Κι αυτό γιατί οι εκτιμήσεις για την ταχύτητα αποκατάστασης των ζημιών σε κρίσιμες υποδομές στον Περσικό Κόλπο, ακόμη και σε ένα καλό “σενάριο” παύσης της κρίσης παραπέμπουν σε σημαντικά ζητήματα παραγωγικής δυνατότητας.
Η κρίση αναδεικνύει τη στενή διασύνδεση ενέργειας, λιπασμάτων και τροφίμων. Οι διαταραχές σε έναν τομέα μεταφέρονται γρήγορα στους υπόλοιπους, με άμεσες επιπτώσεις στην παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια.
Όπως επισημαίνει ο ΟΗΕ, οι τρέχουσες εξελίξεις υποδηλώνουν αυξανόμενη πίεση στις αγορές βασικών προϊόντων και στις εφοδιαστικές αλυσίδες, με την έκταση των επιπτώσεων να εξαρτάται από τη διάρκεια της κρίσης.
Σοβαρές διαταραχές
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ειδικό τμήμα του ΟΗΕ για το εμπόριο και την ανάπτυξη, η συνεχιζόμενη σύγκρουση στην περιοχή του Στενού του Ορμούζ προκαλεί σοβαρές διαταραχές στις ροές ενέργειας και λιπασμάτων.
Σημειώνεται, ότι η ναυτιλιακή δραστηριότητα μέσω του Ορμούζ έχει ουσιαστικά καταρρεύσει, με τις διαμετακομίσεις να μειώνονται έως και 95%, ενώ οι τιμές ενέργειας καταγράφουν απότομη άνοδο διεθνώς, επηρεάζοντας πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Κι όλα αυτά την ώρα που η περιοχή αποτελεί κρίσιμο κόμβο για την παγκόσμια προμήθεια λιπασμάτων, τόσο ως παραγωγός όσο και ως εμπορική δίοδος.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του ICC, που αναλύει το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά (ΕΒΕΠ), οι μη ενεργειακές εξαγωγές των χωρών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC), σε συνδυασμό με το Ιράν και το Ιράκ, εκτιμώνται σε περίπου 350-370 δις δολάρια ετησίως.
Κυρίαρχη θέση, όπως αναφέρει το ΕΒΕΠ, κατέχουν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα οποία συγκεντρώνουν σχεδόν το 45% των μη ενεργειακών εξαγωγών της περιοχής, λειτουργώντας ως παγκόσμιος κόμβος εμπορίου και επανεξαγωγών. Ακολουθεί η Σαουδική Αραβία με περίπου 24%, ενισχύοντας τη βιομηχανική της βάση μέσω της στρατηγικής «Vision 2030», ενώ το Ιράν παρά τις διεθνείς κυρώσεις, καταγράφει μερίδιο περίπου 14% με 55 δις δολάρια ετησίως σε μη ενεργειακές εξαγωγές, αποτελώντας τον βασικό παραγωγικό πόλο, εκτός του πλαισίου GCC.
Οι τιμές
Στο φόντο αυτό, πρόσθετες αυξήσεις στις τιμές τροφίμων και αγροτικής παραγωγής είναι αναπόφευκτες με τη διατάραξη της προσφοράς λιπασμάτων να μεταφέρεται άμεσα στο κόστος παραγωγής, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς και ιδιαίτερα. στην Ευρώπη.
Παράλληλα, η αναζήτηση ανακατανομής των εμπορικών ναυτιλιακών, κυρίως, ροών για επιχειρήσεις και χώρες με εναλλακτικές διαδρομές και προμηθευτές άλλων αγορών θα αυξήσει το συνολικό κόστος. Η γεωπολιτική αστάθεια, επίσης, δημιουργεί επενδυτική αβεβαιότητα, επηρεάζει νέα σχέδια και επιβραδύνει τη μετάβαση σε νέα παραγωγικά μοντέλα.
Για την Ευρώπη και την Ελλάδα, οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν την ανάγκη για ενίσχυση της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων, τη διαφοροποίηση προμηθευτών και αξιοποίηση στρατηγικών συνεργασιών στους τομείς της ναυτιλίας, των logistics και της βιομηχανίας.
Ενέργεια και λιπάσματα σε αλυσιδωτή αντίδραση
Υπενθυμίζεται, ότι το Στενό του Ορμούζ αποτελεί βασική αρτηρία του παγκόσμιου εμπορίου, διακινώντας περίπου το ένα τέταρτο του θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου, αλλά και σημαντικές ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου και λιπασμάτων.
Μετά την κλιμάκωση της σύγκρουσης, η διέλευση πλοίων μειώθηκε δραματικά: από περίπου 103 ημερησίως στα τέλη Φεβρουαρίου, σε μονοψήφια επίπεδα μέσα σε λίγες εβδομάδες. Οι αγορές αντέδρασαν άμεσα, με τις τιμές φυσικού αερίου σχεδόν να διπλασιάζονται στην Ασία και να αυξάνονται έντονα στην Ευρώπη.
Η εξέλιξη αυτή έχει άμεση επίδραση στα λιπάσματα, καθώς το φυσικό αέριο αποτελεί βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων, όπως η ουρία και η αμμωνία. Ήδη, οι τιμές τους έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ ανοδικές πιέσεις καταγράφονται και στα φωσφορικά λιπάσματα.
Παράλληλα, η περιοχή διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο και στην παραγωγή πρώτων υλών, όπως το θείο, ενώ περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου λιπασμάτων διέρχεται από το Ορμούζ.
Ιστορικά, επίσης, οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας μετακυλίονται στα λιπάσματα και τελικά στα τρόφιμα, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο ακρίβειας που πλήττει ιδιαίτερα τις αναπτυσσόμενες οικονομίες.
Ορατός κίνδυνος επισιτιστικής κρίσης
Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές τροφίμων και λιπασμάτων. Στην περιοχή του Κόλπου, μεγάλο μέρος των σιτηρών διακινείται μέσω του Ορμούζ, με το Ιράν να βρίσκεται στο επίκεντρο των πιέσεων.
Εάν οι διαταραχές συνεχιστούν:
- ενδέχεται να προκύψουν σοβαρές ελλείψεις βασικών αγαθών,
- οι τιμές τροφίμων θα αυξηθούν περαιτέρω,
- οι πιο ευάλωτοι πληθυσμοί θα βρεθούν αντιμέτωποι με συνθήκες επισιτιστικής ανασφάλειας.
Ήδη, χώρες όπως η Υεμένη, η Σομαλία και το Σουδάν, που εξαρτώνται από δευτερογενείς διαδρομές εφοδιασμού, θεωρούνται ιδιαίτερα εκτεθειμένες.
Περιορισμένες εναλλακτικές και αυξημένο κόστος
Αν και εξετάζονται εναλλακτικές διαδρομές —μέσω ξηράς ή άλλων θαλάσσιων οδών— η δυνατότητα υποκατάστασης του Ορμούζ παραμένει περιορισμένη. Επιπλέον, οι λύσεις αυτές συνεπάγονται υψηλότερο κόστος και καθυστερήσεις.
Οι πλουσιότερες χώρες της περιοχής μπορούν προσωρινά να απορροφήσουν τις πιέσεις, ωστόσο για τις πιο αδύναμες οικονομίες οι συνέπειες ενδέχεται να είναι δραματικές.
Η ενέργεια
Υπό το βάρος των εξελίξεων, αυτών, οι υπουργοί Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης συγκαλούν σήμερα, στις 15:00, έκτακτη τηλεδιάσκεψη με βασικό αντικείμενο τόσο την άνοδο των τιμών όσο και τη διασφάλιση της επάρκειας καυσίμων ενόψει του χειμώνα.
Συγκεκριμένα, ο προβληματισμός στις Βρυξέλλες εστιάζει στην περιορισμένη διαθεσιμότητα ενεργειακών πόρων και στις ζημιές που έχουν υποστεί κρίσιμες υποδομές στη Μέση Ανατολή, οι οποίες εκτιμάται ότι θα χρειαστούν χρόνο για να αποκατασταθούν και άρα ακόμη και σε ένα καλό σενάριο τερματισμού της κρίσης δε θα μπορούν άμεσα να δώσουν ροές αγαθών. Κάτι που μπορεί να επηρεάσει τιμές και βέβαια επάρκεια αγαθών.
Από ελληνικής πλευράς, στη σύσκεψη θα συμμετάσχουν ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου και ο υφυπουργός Νίκος Τσάφος, οι οποίοι αναμένεται να επαναλάβουν τη θέση της Αθήνας υπέρ ευρωπαϊκά συντονισμένων παρεμβάσεων, ιδίως ως προς το δημοσιονομικό τους αποτύπωμα. Στην ίδια κατεύθυνση, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει ήδη εισηγηθεί την ενεργοποίηση ρήτρας διαφυγής σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ώστε να περιοριστεί η επιβάρυνση των εθνικών προϋπολογισμών.



