Το ΕΔΣ, ωστόσο, διαπιστώνει ότι η οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει αξιοσημείωτες αντοχές. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2% το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι μόλις 0,3% στην Ευρωζώνη, ενώ για το σύνολο του έτους προβλέπει ανάπτυξη 1,9%, ελαφρώς χαμηλότερη από την προηγούμενη εκτίμηση του 2%. Η μικρή αυτή αναθεώρηση αντανακλά, σύμφωνα με την έκθεση, τις επιπτώσεις της επιβράδυνσης της ευρωπαϊκής οικονομίας και της αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας.
Παραμένει πυλώνας η κατανάλωση
Βασικοί πυλώνες της ανάπτυξης παραμένουν η ιδιωτική κατανάλωση και ο τουρισμός. Η σημαντική αύξηση των εσόδων από τον ΦΠΑ, κατά περίπου 1,12 δισ. ευρώ, αποδίδεται τόσο στην ενισχυμένη τουριστική δραστηριότητα, όσο και στην ανθεκτικότητα της εγχώριας κατανάλωσης, στοιχεία που εξακολουθούν να στηρίζουν τα δημόσια οικονομικά.
Ωστόσο, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο εστιάζει κυρίως στις προκλήσεις της επόμενης ημέρας. Όπως επισημαίνει, μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας καθίσταται κρίσιμη η πλήρης αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, αλλά και η προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων για επενδύσεις σε τομείς υψηλής τεχνολογίας και αυξημένης προστιθέμενης αξίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, υπογραμμίζει ότι κάθε πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος θα πρέπει να αξιοποιείται με προσοχή και να κατευθύνεται σε παρεμβάσεις που ενισχύουν τη μακροχρόνια αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας, όπως η μείωση του κόστους της μισθωτής εργασίας και η παροχή φορολογικών κινήτρων για παραγωγικές επενδύσεις.
Το χρέος παραμένει η μεγάλη πρόκληση
Παρά τη συνεχή αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, το ΕΔΣ επισημαίνει ότι το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να αποτελεί τη σημαντικότερη διαρθρωτική ευπάθεια της ελληνικής οικονομίας. Όπως αναφέρει, η βελτίωση των δεικτών δε σημαίνει ότι η χώρα έχει πάψει να είναι εκτεθειμένη σε ενδεχόμενους εξωτερικούς κραδασμούς, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικών εντάσεων, αυξημένης αβεβαιότητας και μεταβαλλόμενων συνθηκών στις διεθνείς αγορές.
Η έκθεση υπενθυμίζει ότι, παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, η αποπληρωμή των δανείων της περιόδου της κρίσης θα συνεχιστεί για πολλές ακόμη δεκαετίες, με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2070.
Από τα συνολικά δάνεια ύψους 288,7 δισ. ευρώ που έλαβε η Ελλάδα την περίοδο 2010-2018 από τις χώρες της Ευρωζώνης, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM) και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), έχουν ήδη εξοφληθεί περίπου 77 δισ. ευρώ. Ωστόσο, το ανεξόφλητο υπόλοιπο εξακολουθεί να υπερβαίνει τα 220 δισ. ευρώ, αποτυπώνοντας το μεγάλο χρονικό βάθος της εξυπηρέτησης του χρέους.
Από τα διμερή δάνεια (GLF), συνολικού ύψους 52,9 δισ. ευρώ, απομένουν προς αποπληρωμή 26,3 δισ. ευρώ, με στόχο την πλήρη εξόφλησή τους έως το 2031 μέσω πρόωρων αποπληρωμών περίπου 5 δισ. ευρώ ετησίως.
Αντίθετα, τα δάνεια του EFSF, ύψους 141,8 δισ. ευρώ, από τα οποία παραμένουν ανεξόφλητα περίπου 125,7 δισ. ευρώ, θα αποπληρώνονται έως το 2070, ενώ τα δάνεια του ESM, συνολικού ύψους 58,8 δισ. ευρώ, θα εξοφληθούν σταδιακά την περίοδο 2034-2060.
Στις υποχρεώσεις αυτές προστίθενται ακόμη 11,6 δισ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και το πρόγραμμα SURE, καθώς και 11,4 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, η αποπληρωμή των οποίων αρχίζει το 2032. Συνολικά, οι δανειακές υποχρεώσεις που εκτείνονται έως το 2070 υπερβαίνουν τα 230 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, η έκθεση προβλέπει ότι το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να αποκλιμακώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ. Από το 146,1% στο τέλος του 2025 αναμένεται να υποχωρήσει στο 136,8% το 2026, πέφτοντας κάτω από το όριο του 140%, ενώ η καθοδική πορεία εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί έως το 2029, όταν ο σχετικός δείκτης προβλέπεται να διαμορφωθεί κάτω από το 120% του ΑΕΠ.
Το ΕΔΣ αποδίδει τη βελτίωση αυτή στην ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη της οικονομίας και στη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξης του 2% του ΑΕΠ για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως προβλέπουν οι ευρωπαϊκές συστάσεις, θα αποτελέσει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της οικονομικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια.






