Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία που παρουσίασε ο Ισπανός υπουργός Εσωτερικών Φερνάντο Γκράντε-Μαρλάσκα κατά την έκτακτη τηλεδιάσκεψη των υπουργών Εσωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τουλάχιστον 72.000 μετανάστες εισήλθαν μέσα σε λίγες ημέρες στον ισπανικό θύλακα, ενώ περίπου 70.000 έχουν ήδη επιστρέψει στο Μαρόκο. Παράλληλα, ο προσωρινός απολογισμός των θυμάτων ανέρχεται πλέον σε 75 νεκρούς, γεγονός που καθιστά το περιστατικό μία από τις πιο πολύνεκρες μεταναστευτικές κρίσεις των τελευταίων ετών.
Παρότι η καθημερινότητα στη Θέουτα αρχίζει να επανέρχεται, με τις επιχειρήσεις να επαναλειτουργούν και τους κατοίκους να προσπαθούν να επιστρέψουν στους φυσιολογικούς ρυθμούς τους, η ανασφάλεια παραμένει έντονη. Πολλοί κάτοικοι εκφράζουν φόβους ότι ένα αντίστοιχο επεισόδιο μπορεί να επαναληφθεί, εφόσον δεν υπάρξει σαφής ευρωπαϊκή απάντηση.
Πολιτικός σάλος στην Ευρώπη
Η μαζική είσοδος δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων προκάλεσε έντονες αντιδράσεις σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αρκετές κυβερνήσεις άσκησαν κριτική στη μεταναστευτική πολιτική της Ισπανίας, ενώ η Ιταλία προχώρησε ακόμη και σε αναστολή της εφαρμογής της Συνθήκης Σένγκεν έναντι της Ισπανίας και η Γαλλία ενίσχυσε τους συνοριακούς ελέγχους.
Την ίδια ώρα, 22 κράτη-μέλη ζήτησαν κοινή ευρωπαϊκή απάντηση, εκφράζοντας, έστω και έμμεσα, προβληματισμό για τον τρόπο με τον οποίο η Μαδρίτη διαχειρίστηκε την κρίση. Η ισπανική κυβέρνηση απέρριψε τις αιτιάσεις, υποστηρίζοντας ότι μέσα σε λιγότερο από 48 ώρες αποκατέστησε πλήρως τον έλεγχο των συνόρων, παρείχε ανθρωπιστική βοήθεια και περιόρισε την παράτυπη μετακίνηση προς την υπόλοιπη Ευρώπη.
Μετά την έκτακτη συνεδρίαση των υπουργών Εσωτερικών της ΕΕ, πάντως, ο Φερνάντο Γκράντε-Μαρλάσκα υπογράμμισε ότι «σε καμία περίπτωση δεν τέθηκε σε κίνδυνο ο χώρος Σένγκεν», θέση που υποστήριξε και ο Γάλλος υπουργός Εσωτερικών Λοράν Νουνιές, επισημαίνοντας ότι οι Ευρωπαίοι υπουργοί εξέφρασαν τελικά τη στήριξή τους προς την ισπανική κυβέρνηση.
Το ερώτημα για τον ρόλο του Μαρόκου
Παράλληλα, στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται ο ρόλος του Μαρόκου. Αν και η ισπανική κυβέρνηση εμφανίζεται διχασμένη ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της Ραμπάτ, αρκετοί αναλυτές συνδέουν τα γεγονότα με τις γεωπολιτικές εντάσεις στην περιοχή και ειδικότερα με τις ισορροπίες γύρω από τη Δυτική Σαχάρα.
Η μαροκινή πλευρά αποδίδει το κύμα μετακίνησης στη διάδοση ψευδών πληροφοριών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σύμφωνα με τις οποίες δικαστική απόφαση στην Ισπανία καθιστούσε ευκολότερη την παραμονή όσων έφθαναν κολυμπώντας στη Θέουτα. Ωστόσο, το εάν υπήρξε οργανωμένη διευκόλυνση της μεταναστευτικής πίεσης εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διερεύνησης.
Γκέραλντ Κνάους: «Ήταν λάθος να κατηγορηθεί η Ισπανία»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκτιμήσεις του ειδικού σε θέματα μετανάστευσης Γκέραλντ Κνάους, ιδρυτή του European Stability Initiative, ο οποίος σε συνέντευξή του στη γερμανική Tagesschau υποστήριξε ότι η απόδοση ευθυνών στην ισπανική κυβέρνηση ήταν «παράλογη αντίδραση» απέναντι στις εικόνες χάους.
Όπως σημείωσε, η Ισπανία είχε μέχρι την κρίση από τις χαμηλότερες παράτυπες μεταναστευτικές ροές στην Ευρώπη, γεγονός που δεν δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι η πολιτική της κυβέρνησης Σάντσεθ προκάλεσε το φαινόμενο. Ο ίδιος τόνισε ότι οι εικόνες δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων να εισέρχονται σε μια πόλη μόλις 84.000 κατοίκων δημιούργησαν την αίσθηση πλήρους απώλειας ελέγχου, με αποτέλεσμα πολλές κυβερνήσεις να αναζητήσουν άμεσα έναν υπεύθυνο.
Ο Knaus υπογράμμισε ακόμη ότι απαιτείται ανεξάρτητη διερεύνηση των γεγονότων, ιδίως ως προς τον ρόλο της παραπληροφόρησης στα κοινωνικά δίκτυα και των μαροκινών αρχών, ενώ προειδοποίησε ότι η Ευρώπη παραμένει ευάλωτη στην εργαλειοποίηση της μετανάστευσης ως μέσου γεωπολιτικής πίεσης.
Παράλληλα, τάχθηκε υπέρ της αξιοποίησης των νέων εργαλείων του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, προτείνοντας συμφωνίες με ασφαλείς τρίτες χώρες για τη διενέργεια διαδικασιών ασύλου εκτός της ΕΕ, ως μέσο αποτροπής αντίστοιχων κρίσεων στο μέλλον.
Η ελληνική διάσταση
Η κρίση στη Θέουτα επανέφερε στο προσκήνιο και την ελληνική εμπειρία του Έβρου το 2020. Με άρθρο του στο Politico, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αποκτήσει ειδικό μηχανισμό αντιμετώπισης καταστάσεων κατά τις οποίες η μετανάστευση χρησιμοποιείται ως εργαλείο υβριδικής πίεσης από κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός υποστήριξε ότι περιστατικά όπως στον Έβρο, στη Λευκορωσία το 2021 και σήμερα στη Θέουτα καταδεικνύουν πως οι υφιστάμενοι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί δεν επαρκούν για τόσο μαζικές και αιφνίδιες μεταναστευτικές ροές. Πρότεινε, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία ειδικού ευρωπαϊκού πλαισίου έκτακτης ανάγκης, το οποίο θα επιτρέπει, υπό αυστηρές προϋποθέσεις και με πλήρη σεβασμό του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου, προσωρινές προσαρμογές στις διαδικασίες ασύλου όταν οι εθνικές δυνατότητες υπερβαίνονται.
Η ελληνική θέση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, ζητώντας την αυτόματη ενεργοποίηση επιχειρησιακής, οικονομικής και τεχνικής στήριξης προς τα κράτη πρώτης γραμμής όταν αντιμετωπίζουν οργανωμένες μεταναστευτικές πιέσεις. Από την άλλη υπάρχουν φωνές κυρίως από την προοδευτική αντιπολίτευση που κατηγορούν την κυβέρνηση για τη στάση της απέναντι στη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ, κάνοντας λόγο για πρόχειρη προσέγγιση και προειδοπιώντας πως πρακτικές όπως Τζόρτζια Μελόνι που απειλούν το Σένγκεν θα μπορούσαν να έχουν δυσάρεστες επιπτώσεις στο μέλλον για τη χώρα μας σε περίπτωση αντίστοιχης διαχειριστικής κρίσης.
Από την άλλη πλευρά, φωνές κυρίως από την προοδευτική αντιπολίτευση επικρίνουν την ελληνική κυβέρνηση για τη στάση που τήρησε απέναντι στη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ κατά τη διάρκεια της κρίσης. Κάνουν λόγο για βεβιασμένη προσέγγιση, υποστηρίζοντας ότι η αρχική υιοθέτηση σκληρών θέσεων απέναντι στη Μαδρίτη και η ανοχή σε πρωτοβουλίες, όπως η απειλή της Ιταλίδας πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι για αναστολή της εφαρμογής του Σένγκεν έναντι της Ισπανίας, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα προβληματικό προηγούμενο. Όπως επισημαίνουν, σε περίπτωση που η Ελλάδα βρεθεί αντιμέτωπη με μια ανάλογη κρίση στα εξωτερικά της σύνορα, θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με αντίστοιχες μονομερείς αντιδράσεις από άλλους Ευρωπαίους εταίρους.





