• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
DBRS: Η Ελλάδα αντέχει τα υψηλά επιτόκια – Το «μαξιλάρι» ανάπτυξης και τα πρωτογενή πλεονάσματα
13:02 - 01 Σεπ 2026

DBRS: Η Ελλάδα αντέχει τα υψηλά επιτόκια – Το «μαξιλάρι» ανάπτυξης και τα πρωτογενή πλεονάσματα

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις οικονομίες της Ευρωζώνης που επηρεάζονται λιγότερο από την παραμονή των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα, παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να διαθέτει ένα από τα υψηλότερα δημόσια χρέη, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Morningstar DBRS. Η ισχυρότερη ανάπτυξη, τα πρωτογενή πλεονάσματα και η συνεχιζόμενη αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ δημιουργούν ένα σημαντικό «μαξιλάρι» απέναντι στο αυξημένο κόστος χρηματοδότησης.

Μάλιστα, η Ελλάδα αποτελεί την πλέον χαρακτηριστική περίπτωση στο δείγμα των εννέα χωρών που εξετάζει η DBRS, καθώς το βάρος των τόκων εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μεταξύ 2025 και 2030, ακόμη και στο σενάριο διατήρησης των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα.

Το ελληνικό πλεονέκτημα δεν βρίσκεται πλέον μόνο στη σύνθεση και τη διάρκεια του χρέους, αλλά κυρίως στη δυναμική της οικονομίας και των δημόσιων οικονομικών. Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία αναμένεται να καταγράφουν πρωτογενή πλεονάσματα καθ’ όλη την περίοδο 2026-2030, περιορίζοντας τις νέες χρηματοδοτικές ανάγκες και, κατ’ επέκταση, την έκθεση σε υψηλότερα επιτόκια. Παράλληλα, η ονομαστική ανάπτυξη του ΑΕΠ στις τρεις χώρες προβλέπεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 4,4% ετησίως την περίοδο 2026-2030, έναντι μόλις 3,1% για τις υπόλοιπες οικονομίες του δείγματος. Όσο το χρέος υποχωρεί ως ποσοστό του ΑΕΠ και η οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από το κόστος εξυπηρέτησης, τόσο περιορίζεται η πίεση στη δυναμική του χρέους.

Η εικόνα αυτή διαφοροποιεί αισθητά την Ελλάδα από χώρες όπως η Γαλλία και το Βέλγιο, όπου το υψηλό χρέος συνδυάζεται με ασθενέστερη δημοσιονομική επίδοση και μεγαλύτερη επιβάρυνση από τους τόκους. Στη Γαλλία, η DBRS εκτιμά αύξηση του κόστους τόκων κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ έως το 2030, ενώ στο Βέλγιο η αύξηση φτάνει τις 0,6 μονάδες. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η τάση κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, γεγονός που ενισχύει την εικόνα δημοσιονομικής ανθεκτικότητας.

Σε διεθνές επίπεδο, η DBRS εκτιμά ότι το περιβάλλον «higher for longer» δεν αποτελεί προσωρινή παρένθεση. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αναμένεται να παραμείνουν σε σχετικά υψηλά επίπεδα, καθώς η αυξημένη προσφορά κρατικού χρέους, τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και η περιορισμένη διαρθρωτική ζήτηση για μακροπρόθεσμα ομόλογα ασκούν ανοδικές πιέσεις στο κόστος δανεισμού. Η σταδιακή μετακύλιση των υψηλότερων αποδόσεων στο υφιστάμενο χρέος σημαίνει ότι οι επιπτώσεις δεν εμφανίζονται άμεσα, αλλά εντείνονται όσο αναχρηματοδοτείται το χρέος.

Το βασικό μήνυμα της DBRS είναι ότι τα υψηλά επιτόκια δεν αποτελούν εξίσου μεγάλο κίνδυνο για όλες τις χώρες. Η πραγματική ευπάθεια προκύπτει από τον συνδυασμό υψηλού χρέους, χαμηλής ανάπτυξης και επίμονων δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Για την Ελλάδα, η εικόνα είναι σήμερα διαφορετική: η ανάπτυξη, τα πρωτογενή πλεονάσματα και η πτωτική πορεία του χρέους λειτουργούν ως ανάχωμα, περιορίζοντας την επίπτωση ακόμη και ενός παρατεταμένου περιβάλλοντος υψηλού κόστους χρήματος.