• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Γαλλία: «Καμπανάκι» στις αγορές για το χρέος – Στα ύψη το κόστος δανεισμού
08:10 - 01 Σεπ 2026

Γαλλία: «Καμπανάκι» στις αγορές για το χρέος – Στα ύψη το κόστος δανεισμού

Τα επιδεινούμενα δημόσια οικονομικά της Γαλλίας και το πολιτικό αδιέξοδο προκαλούν ολοένα μεγαλύτερη ανησυχία στους επενδυτές ομολόγων, με το κόστος δανεισμού να βρίσκεται κοντά σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από την εποχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης και μια νέα δύσκολη μάχη για τον προϋπολογισμό να βρίσκεται προ των πυλών.

Όπως μεταδίδει το CNBC, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται τα τελευταία χρόνια αντιμέτωπη με επαναλαμβανόμενη πολιτική αστάθεια και αυξανόμενες δημοσιονομικές πιέσεις. Η χώρα έχει κατ’ επανάληψη υπερβεί τους ευρωπαϊκούς κανόνες για τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το χρέος, ενώ διαδοχικοί πρωθυπουργοί έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με την αποτυχία μεταρρυθμίσεων, περικοπών δαπανών και αυξήσεων φόρων που θα μπορούσαν να θέσουν την κατάσταση υπό έλεγχο.

Η Γαλλία βρίσκεται σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος της ΕΕ, με το Συμβούλιο να έχει συστήσει τον τερματισμό της έως το 2029. Ωστόσο, η απόσταση που πρέπει να διανύσει παραμένει μεγάλη.

Οι ευρωπαϊκές Συνθήκες θέτουν ως όρια δημοσιονομικού ελλείμματος το 3% του ΑΕΠ και δημόσιου χρέους το 60% του ΑΕΠ. Πέρυσι, το γαλλικό έλλειμμα διαμορφώθηκε στο 5,1% του ΑΕΠ, ενώ το χρέος ξεπέρασε το 115%.

Το ΔΝΤ εκτιμούσε τον Ιούλιο ότι το ακαθάριστο δημόσιο χρέος της Γαλλίας θα φτάσει περίπου στο 118,5% του ΑΕΠ το 2026 και θα ξεπεράσει το 120% το 2027, παραμένοντας πάνω από αυτό το επίπεδο έως το 2030.

Την ίδια ώρα, η οικονομία δυσκολεύεται να αναπτυχθεί. Το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 0,2% σε τριμηνιαία βάση το πρώτο τρίμηνο του έτους, ενώ το δεύτερο τρίμηνο παρέμεινε στάσιμο.

Πίεση στα γαλλικά ομόλογα

Η αναταραχή έχει προκαλέσει έντονες πιέσεις στην αγορά γαλλικών κρατικών ομολόγων, με τις αποδόσεις να αυξάνονται σημαντικά τον τελευταίο χρόνο. Η άνοδος έχει ενισχυθεί από την επίδραση του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν στο παγκόσμιο κόστος δανεισμού, αφήνοντας τη Γαλλία με ένα από τα υψηλότερα κόστη κρατικού δανεισμού μεταξύ των χωρών του G7.

Η απόδοση του 10ετούς γαλλικού ομολόγου ξεπέρασε την περασμένη εβδομάδα το 4,13%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008, και την Παρασκευή παρέμενε κοντά στο 4,1%.

Υπενθυμίζεται ότι οι αποδόσεις των ομολόγων κινούνται αντίθετα από τις τιμές τους.

Την ίδια στιγμή, η γαλλική Εθνοσυνέλευση παραμένει βαθιά διχασμένη ιδεολογικά, οδηγώντας σε προτάσεις δυσπιστίας, κυβερνητικές κρίσεις και αδιέξοδα γύρω από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Η Γαλλία αναμένεται να καταθέσει στη Βουλή το σχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027 έως τις αρχές Οκτωβρίου. Ο περσινός προϋπολογισμός είχε οδηγήσει σε παρατεταμένο αδιέξοδο, με τον πρωθυπουργό Σεμπαστιάν Λεκορνί να αναγκάζεται, έπειτα από μήνες καθυστερήσεων, να προωθήσει το νομοσχέδιο μέσω του κοινοβουλίου.

Ο Λεκορνί έγινε το πέμπτο πρόσωπο που ανέλαβε την πρωθυπουργία μέσα σε μόλις δύο χρόνια όταν διορίστηκε το 2025. Παραιτήθηκε μόλις 27 ημέρες αργότερα, επικαλούμενος την πολιτική διχόνοια που καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολη τη διαμόρφωση ενός βιώσιμου κυβερνητικού προγράμματος. Λίγες ημέρες αργότερα, ωστόσο, επαναδιορίστηκε.

Ένας ακόμη παράγοντας αβεβαιότητας για τα γαλλικά ομόλογα είναι οι προεδρικές εκλογές του 2027, με την ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν να εμφανίζεται σήμερα ως φαβορί για τη διαδοχή του Εμανουέλ Μακρόν.

«Αφίσα» των προβλημάτων χρέους

Ο Τζον Στόπφορντ, επικεφαλής multi-asset income στη Ninety One, δήλωσε στο CNBC ότι τα αυξανόμενα ελλείμματα και η επιβράδυνση της ανάπτυξης αποτελούν παγκόσμιο πρόβλημα μετά την πανδημία, τους πολέμους και τις διαδοχικές ενεργειακές κρίσεις.

Ωστόσο, «η Γαλλία ξεχωρίζει», υποστήριξε.

«Δεν είναι μόνο γαλλικό πρόβλημα, αλλά θα μπορούσε κανείς να πει ότι από πολλές απόψεις η Γαλλία είναι μία από τις χώρες-σύμβολα», ανέφερε, σημειώνοντας ότι τα δημόσια οικονομικά της χώρας κινούνται προς τη λάθος κατεύθυνση.

Όπως τόνισε, οι ανεπτυγμένες οικονομίες αντιμετωπίζουν ευρύτερα την πρόκληση να βρουν τρόπους για να εξισορροπήσουν τα δημοσιονομικά τους και να επαναφέρουν το χρέος σε πιο βιώσιμη τροχιά. Σε διαφορετική περίπτωση, προειδοποίησε, κάποια στιγμή μπορεί να υπάρξει «ανταρσία της αγοράς ομολόγων».

«Καταλαβαίνω γιατί υπάρχει ανησυχία. Δεν είναι προφανές πώς αυτή η κατάσταση καταλήγει καλά», είπε χαρακτηριστικά.

Για τον Στόπφορντ, η μεγάλη αβεβαιότητα στην αγορά των γαλλικών OATs είναι οι προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους.

Σε debate υποψηφίων την Πέμπτη, η Λεπέν δήλωσε ότι η κυβέρνηση «πρέπει να μειώσει δραστικά τις δαπάνες», εκφράζοντας παράλληλα «εξαιρετική ανησυχία» για την πορεία του γαλλικού χρέους.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Στόπφορντ, η αγορά παραμένει επιφυλακτική ως προς το κατά πόσο η Λεπέν έχει πραγματικά διάθεση να προχωρήσει σε ουσιαστική δημοσιονομική εξυγίανση.

«Ενδέχεται να έχουμε αλλαγή καθεστώτος ή πολιτικών προτεραιοτήτων μετά τον Μάιο του επόμενου έτους, αλλά υπάρχει αμφιβολία για το κατά πόσο υπάρχει διάθεση για ουσιαστική δημοσιονομική προσαρμογή», σημείωσε. «Ναι, πιστεύω ότι μπορεί να οδεύουμε προς μια κρίση. Απλώς δεν είμαι βέβαιος ότι αυτή είναι σήμερα».

Λίγα σημάδια βελτίωσης

Ο Τεόφιλος Λεγκράν, στρατηγικός αναλυτής επιτοκίων στη Natixis CIB, δήλωσε στο CNBC ότι η ομάδα του θεωρεί ήδη τα γαλλικά OATs «υπό έντονη πίεση».

Όπως εξήγησε, η ανάκαμψη θα μπορούσε να καθυστερήσει όχι μόνο λόγω της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης, αλλά και εξαιτίας του ευρύτερου μακροοικονομικού περιβάλλοντος.

«Η αγορά δεν περιμένει από τη Γαλλία να επιστρέψει σε έλλειμμα 3% ήδη από το 2027, αλλά αναζητά ενδείξεις ότι ο προϋπολογισμός του 2027 συνάδει με μια αξιόπιστη μεσοπρόθεσμη πορεία για τη σταθεροποίηση του δημόσιου χρέους. Αυτή η πορεία γίνεται ολοένα δυσκολότερη», σημείωσε.

Οι υψηλότερες μακροπρόθεσμες αποδόσεις των ομολόγων και οι επιπτώσεις από το πολεμικό περιβάλλον περιπλέκουν ήδη τη δημοσιονομική εξίσωση, ενώ τα κύματα καύσωνα και οι πυρκαγιές του φετινού καλοκαιριού προσθέτουν ένα ακόμη επίπεδο αβεβαιότητας.

Οι τελευταίοι μήνες του 2026 και το πρώτο τρίμηνο του 2027 θεωρούνται από τον Λεγκράν το πιθανότερο παράθυρο για ένα νέο κύμα μεταβλητότητας στα γαλλικά OATs, καθώς η συζήτηση για τον προϋπολογισμό θα συνδέεται ολοένα περισσότερο με την προεκλογική μάχη.

Ωστόσο, δεν αναμένεται επανάληψη του σοκ που σημειώθηκε το 2024-2025. Οι αποτιμήσεις των OATs εμφανίζονται ήδη ιδιαίτερα πιεσμένες: το μοντέλο δίκαιης αξίας της Natixis δείχνει ότι βρίσκονται περίπου 15 μονάδες βάσης φθηνότερα από το θεωρητικό τους επίπεδο, ακόμη και χωρίς να υπολογίζεται το πολιτικό premium.

Η εκτίμηση για το τέλος του έτους τοποθετεί τη διαφορά απόδοσης μεταξύ γαλλικών και γερμανικών 10ετών ομολόγων στις 75 μονάδες βάσης, εφόσον ο προϋπολογισμός περάσει, έναντι περίπου 80 μονάδων βάσης σε περίπτωση αποτυχίας και προσφυγής σε ειδικό νόμο για τον προϋπολογισμό.

Η Άπριλ ΛαΡους, επικεφαλής investment specialists στην Insight Investment, υπογράμμισε από την πλευρά της ότι, παρά τα ολοένα πιο δυσοίωνα μηνύματα για τη γαλλική οικονομία, υπάρχουν «παραδόξως λίγες ενδείξεις» ότι η Γαλλία προετοιμάζεται για τη δημοσιονομική προσαρμογή που φαίνεται να απαιτούν οι δυναμικές του χρέους.

«Οι προβλέψεις για την ανάπτυξη αναθεωρούνται προς τα κάτω, το χρέος αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνεται και οι αποδόσεις των ομολόγων βρίσκονται πλέον σε επίπεδα που δεν έχουμε δει από τη χρηματοπιστωτική κρίση», δήλωσε.

Ωστόσο, η ουσιαστική συγκράτηση των δαπανών παραμένει πολιτικά δύσκολη. Η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού έχει ουσιαστικά «παγώσει» έως μετά τις εκλογές του 2027, ενώ ο κατακερματισμός του κοινοβουλίου περιορίζει τα περιθώρια δράσης της κυβέρνησης.

Το ερώτημα για τους επενδυτές πλέον είναι εάν οι Γάλλοι policymakers θα μπορέσουν να βρουν την πολιτική βούληση για να επαναφέρουν τα δημόσια οικονομικά σε βιώσιμη τροχιά προτού ενταθούν περαιτέρω οι πιέσεις των αγορών.

Και όπως σημειώνει η ΛαΡους, τα γαλλικά κρατικά ομόλογα διαπραγματεύονται ήδη φθηνότερα από τα αντίστοιχα ιταλικά — κάτι που μέχρι πρόσφατα θα ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς. Σε ένα αρνητικό σενάριο, όμως, θα μπορούσαν να γίνουν ακόμη φθηνότερα.