«Τα αποτελέσματα του Μαρτίου επιβεβαιώνουν ότι η συντριπτική πλειονότητα των προϊόντων που φτάνουν στον καταναλωτή είναι εντός των αυστηρών ευρωπαϊκών ορίων. Οι έλεγχοι του ΥΠΑΑΤ συνεχίζονται συστηματικά, τόσο στην εσωτερική αγορά όσο και στα σύνορα, με στόχο την προστασία της δημόσιας υγείας, την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών και τη στήριξη των παραγωγών και επιχειρήσεων που τηρούν τους κανόνες», ανέφερε σε δήλωσή του ο Γενικός Γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Διεύθυνσης Προστασίας Φυτικής Παραγωγής, από τα συνολικά 311 δείγματα, τα 45 συλλέχθηκαν από Συνοριακούς Σταθμούς Ελέγχου και τα 266 από την εσωτερική αγορά, ενώ 124 αφορούσαν εισαγόμενα προϊόντα και 187 εγχώρια.
Κατά τη διάρκεια των ελέγχων εντοπίστηκαν τρία δείγματα με μη εγκεκριμένες δραστικές ουσίες, καθώς και επτά δείγματα στα οποία καταγράφηκαν υπερβάσεις των ανώτατων ορίων υπολειμμάτων. Από αυτά, τέσσερα κρίθηκαν ως δυνητικά επικίνδυνα για τους καταναλωτές.
Οι μη συμμορφώσεις αφορούσαν προϊόντα όπως ρόδια, αμπελόφυλλα, χαμομήλι, πιπεριές τσίλι, σπανάκι, πατάτες και μήλα. Σε δύο περιπτώσεις εισαγόμενων φορτίων, αυτά απορρίφθηκαν στους συνοριακούς ελέγχους και δεν εισήλθαν τελικά στη χώρα.
Οι έλεγχοι στα δείγματα των συνοριακών σταθμών πραγματοποιήθηκαν βάσει του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1793, που προβλέπει ενισχυμένη επιτήρηση για συγκεκριμένα εισαγόμενα προϊόντα.
Παράλληλα, τον Μάρτιο του 2026 η Ελλάδα προχώρησε σε τέσσερις κοινοποιήσεις στο ευρωπαϊκό Σύστημα Έγκαιρης Προειδοποίησης για Τρόφιμα και Ζωοτροφές (iRASFF), σχετικά με υπολείμματα φυτοπροστατευτικών ουσιών σε τρόφιμα φυτικής προέλευσης.
Τέλος, οι αναλύσεις πραγματοποιήθηκαν στα δύο επίσημα εργαστήρια ελέγχου υπολειμμάτων φυτοπροστατευτικών προϊόντων του ΥΠΑΑΤ, στο εργαστήριο του Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο και στο εργαστήριο του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών, Ποιοτικού και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου Θεσσαλονίκης.



