Στην πρότασή της, υποστήριξε ότι πρέπει να κριθούν ένοχοι για τη συγκρότηση και δράση εγκληματικής οργάνωσης, για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, καθώς και για την απόπειρα ανθρωποκτονίας σε βάρος των Αιγύπτιων αλιεργατών.
Κατά τη διάρκεια της αγόρευσής της, η εισαγγελική λειτουργός αναφέρθηκε ξεχωριστά σε κάθε κατηγορούμενο, απορρίπτοντας και αντικρούοντας ταυτόχρονα τα επιχειρήματα της υπεράσπισής τους.
Αναφερόμενη στον αρχηγό της Χρυσής Αυγής, η εισαγγελέας τόνισε ότι ο Νίκος Μιχαλολιάκος ασκούσε απόλυτο και αδιαμφισβήτητο έλεγχο στο κόμμα και είχε πλήρη επίγνωση όλων όσων διαδραματίζονταν στο εσωτερικό της οργάνωσης. Επισήμανε ότι είχε επανειλημμένα εκφράσει δημόσια τη ναζιστική του ιδεολογία, ενώ συχνά υιοθετούσε διπλό λόγο, προσαρμόζοντας τις δηλώσεις του ανάλογα με το ακροατήριο και αποδίδοντας αργότερα τις τοποθετήσεις του σε δήθεν παρερμηνείες.
Σύμφωνα με την εισαγγελέα, η Χρυσή Αυγή επιδίωκε, μέσω της βίας, να υποκαταστήσει τη λειτουργία του κράτους, φτάνοντας στο σημείο να διενεργεί παράνομους ελέγχους νομιμοποιητικών εγγράφων μεταναστών. Υπογράμμισε επίσης ότι ο Μιχαλολιάκος δεν δίσταζε να εκτοξεύει απειλές ακόμη και εναντίον θεσμικών και πολιτικών προσώπων, όπως ο τότε δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης.
Κλείνοντας, η εισαγγελική λειτουργός σημείωσε ότι οι κατηγορούμενοι, και ιδιαίτερα ο αρχηγός της οργάνωσης, αγνόησαν το γεγονός ότι η Δημοκρατία είχε επιδείξει στο παρελθόν επιείκεια απέναντί του. Τόνισε πως, παρά τις αδυναμίες και τις ατέλειές της, η Δημοκρατία που γεννήθηκε σε αυτόν τον τόπο υπερέχει, ακριβώς επειδή δίνει τη δυνατότητα διόρθωσης λαθών και αυτοβελτίωσης.






