Η εισαγγελέας τόνισε ότι η επιλογή του Φύσσα δεν ήταν τυχαία, καθώς η Χρυσή Αυγή στόχευε στον «ανώνυμο αντιφασίστα» και όχι σε εμβληματικά πρόσωπα, ενώ η επίθεση είχε κεντρικό σχεδιασμό από την ηγεσία. Σημείωσε επίσης ότι η δολοφονία εντάσσεται σε ένα κύκλο κλιμάκωσης βίας που περιλάμβανε επιθέσεις σε διάστημα εννέα μηνών, όπως η δολοφονία του Λουκμάν Σαχζάτ και άλλες επιθέσεις σε μετανάστες.
Αναφερόμενη στα γεγονότα της νύχτας της δολοφονίας, η εισαγγελέας περιέγραψε την οργανωμένη επίθεση έξω από την καφετέρια «Κοράλι» στη Νίκαια, όπου οι Χρυσαυγίτες ήταν εξοπλισμένοι με ρόπαλα και στειλιάρια, και σημείωσε ότι ο Παύλος Φύσσας προσπάθησε να προστατεύσει την παρέα του, ενώ ο Ρουπακιάς αιφνιδίασε και μαχαίρωσε το θύμα με «επαγγελματικό και προμελετημένο τρόπο».
Η Κυριακή Στεφανάτου επισήμανε ότι η ηγεσία της Χρυσής Αυγής, με επικεφαλής τον Νίκο Μιχαλολιάκο, γνώριζε και συντόνιζε τη δράση της Τοπικής Νίκαιας, με τον Ιωάννη Λαγό να διατηρεί διαρκή ενημέρωση για τις επιθέσεις. Η εισαγγελέας τόνισε επίσης τη στρατιωτική πειθαρχία που επικρατούσε στα μέλη, υπό τον πυρηνάρχη Γιώργο Πατέλη, και περιέγραψε πώς τα γραφεία της Τοπικής χρησιμοποιούνταν για τον φανατισμό των μελών μέσω προβολών εγκλημάτων μεταναστών.
Σύμφωνα με την εισαγγελέα, η κλιμάκωση της βίας είχε σχεδιαστεί κεντρικά εννέα μήνες πριν τη δολοφονία, εμπνευσμένη από τη στρατηγική έντασης των Ιταλών φασιστών, ενώ η δολοφονία του Φύσσα ήταν «μια εκτέλεση οργανωμένου σχεδίου, όχι μεμονωμένη πράξη».
Η αγόρευση της εισαγγελέως, παρουσία της Μάγδας Φύσσα και με τον Γιάννη Λαγό να είναι ο μόνος παρών από τους 42 κατηγορούμενους, συνεχίζεται και αύριο, με στόχο την πλήρη ανασύνθεση της δράσης της εγκληματικής οργάνωσης και της ευθύνης της ηγεσίας.



