Τα βασικά σημεία στα οποία αναφέρθηκε – είτε στο διάγγελμα, είτε στην συνέντευξη που ακολούθησε – είναι το άρθρο 86, οι δικλείδες για τη δημοσιονομική ισορροπία, η αξιολόγηση και μονιμότητα στο δημόσιο, ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης, τα μη κρατικά πανεπιστήμια και η θητεία του ΠτΔ.
Πέρα από τις προτεινόμενες αλλαγές, οι λεπτομέρειες των οποίων θα συζητηθούν στη Βουλή, φαίνεται πως «κλειδί» για το Μαξίμου αποτελεί η έννοια της συναίνεσης. Στόχος είναι η μπάλα να μεταφερθεί στο γήπεδο της αντιπολίτευσης – και κυρίως του ΠΑΣΟΚ – που θα πρέπει, κατά την κυβέρνηση, να αποδείξει ότι μπορεί να παραμερίσει τις διαφορές της με το κυβερνών κόμμα, χάριν μίας απόπειρας για ευρύτερη συνεννόηση. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό: αν το κάνουν, συμβάλλουν στον θεσμικό διάλογο που θα φέρει κρίσιμες αλλαγές· αν όχι, σκέφτονται μικροπολιτικά, ανησυχώντας για το πολιτικό τους μέλλον.
«Φιλοδοξία μου και μέσα από την Αναθεώρηση, αλλά όχι μόνο, είναι πια το 2030 να έχουμε κλείσει όλες τις εκκρεμότητές μας με το πελατειακό κράτος, του οποίου η ληξιαρχική πράξη γέννησης γράφτηκε πριν από δύο αιώνες», ανέφερε ο πρωθυπουργός το βράδυ της Δευτέρας (2/2).
Στην επιστολή του προς τους «γαλάζιους» βουλευτές, δε, τόνισε σε κάποιο σημείο ότι η μεγάλη αναγκαιότητα της Αναθεώρησης προκύπτει από το γεγονός πως «θα αποκαταστήσει [το Σύνταγμα] εν τέλει ως το θεμέλιο της εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στο κράτος, τους θεσμούς, το πολιτικό σύστημα, τη διοίκηση και τη δικαιοσύνη».
Από τις διατυπώσεις αυτές είναι φανερή η βαρύτητα που επιχειρείται να δοθεί στη συγκεκριμένη διαδικασία, καθώς δίνεται το μήνυμα ότι δεν αποσκοπεί μόνον στην τροποποίηση παρωχημένων ή προβληματικών διατάξεων, αλλά σε κάτι πολύ μεγαλύτερο: στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας των θεσμών και του πολιτικού συστήματος εν γένει.
Υπό αυτό το πρίσμα, το ΠΑΣΟΚ φαίνεται να αποτελεί εν προκειμένω τον βασικό στόχο της ΝΔ, που προφανώς προσδοκά – με τις εκλογές του ’27 στον ορίζοντα – να επωφεληθεί από την δεξαμενή του κέντρου, στριμώχνοντας την αξιωματική αντιπολίτευση, ιδίως σε άρθρα που έχουν ήδη εκφραστεί διαφωνίες, όπως είναι το 16 για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ή η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων.
Η απόφαση της Χαριλάου Τρικούπη για να αποφύγει τις κακοτοπιές, αλλά και να μην δώσει «λευκή επιταγή» στην επόμενη κυβέρνηση, είναι να λάβει μέρος στην κοινοβουλευτική συζήτηση, όμως να μην ψηφίσει υπέρ των προτάσεων στην ψηφοφορία που αναμένεται να διεξαχθεί τον Σεπτέμβριο. Έτσι, η ενισχυμένη πλειοψηφία (των 180 βουλευτών) θα είναι αναγκαία στην Αναθεωρητική Βουλή που θα συγκροτηθεί μετά τις εκλογές και άρα η επόμενη Βουλή θα είναι εκείνη που θα αναγκαστεί να προχωρήσει σε ευρείες συναινέσεις προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία.
Σύμφωνα με στελέχη της Χαριλάου Τρικούπη, αυτή είναι αναγκαία δικλείδα ασφαλείας, προκειμένου να μην ευτελιστεί η διαδικασία, αλλά να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα και τελικά να μπορέσει να συμβάλει στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας των θεσμών και του πολιτικού συστήματος. Στην αντίθετη περίπτωση, τονίζουν πως «το παιχνίδι θα χαθεί», ενώ θεωρούν βέβαιο ότι η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί επικοινωνιακά τη διαδικασία της Αναθεώρησης και να ικανοποιήσει μικροπολιτικές σκοπιμότητες.
Στα «σημαντικά» αναθεωρητέα άρθρα, δε, (πέρα από το 16 και τους δημοσίους υπαλλήλους που θα προκαλέσουν συζητήσεις), το ΠΑΣΟΚ ξεχωρίζει ακόμη το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, το άρθρο για την επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης και το άρθρο για την θητεία του ΠτΔ.
Σχετικά με το τελευταίο, οι μνήμες από την αναθεώρηση του 2019 δεν είναι ευχάριστες. Το συγκεκριμένο άρθρο ήταν μέσα στα εννέα που ψήφισε η ΝΔ ως αντιπολίτευση και άρα εξασφάλισαν διευρυμένη συναίνεση (180 βουλευτές) από την προπαρασκευαστική Βουλή επί ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι, μετά τις εκλογές (με κυβέρνηση τη ΝΔ) αναθεωρήθηκαν με 151 ψήφους. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά και προκάλεσαν αντιδράσεις, αφού ο Κωνσταντίνος Τασούλας είναι ο πρώτος ΠτΔ που εξελέγη χωρίς διευρυμένη πλειοψηφία (πήρε 160 ψήφους), με την αντιπολίτευση να κάνει λόγο για τον πρώτο «κομματικό» ΠτΔ.
Το ζήτημα αξιοπιστίας του πρωθυπουργού είναι ακόμη βαθύτερο για το ΠΑΣΟΚ. Ενδεικτικό παράδειγμα, το άρθρο 86, με τη Χαριλάου Τρικούπη να καταλογίζει στον κ. Μητσοτάκη πως το έχει καταστρατηγήσει ουκ ολίγες, επιδιώκοντας να προστατεύσει υπουργούς της κυβέρνησής του, και άρα πως η στάση του υπέρ της αναθεώρησής του είναι υποκριτική.








