Ο υπουργός Εξωτερικών παραδέχθηκε ότι το τελευταίο διάστημα έχει καταγραφεί περαιτέρω ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, την οποία απέδωσε σε σειρά παραγόντων, μεταξύ των οποίων οι ελληνικές θέσεις και οι διεθνείς συμμαχίες της χώρας.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η κλιμάκωση δημιουργεί πάντοτε κινδύνους και επανέλαβε ότι η ελληνική πλευρά επιδιώκει την ειρήνη και την καλή γειτονία.
Σε ερώτηση για το ενδεχόμενο κρίσης, ο κ. Γεραπετρίτης εμφανίστηκε καθησυχαστικός ως προς την κατάσταση επί του πεδίου, χωρίς όμως να αφήσει περιθώρια για αμφιβολίες ως προς την ετοιμότητα της Ελλάδας.
«Η αίσθησή μας είναι ότι δεν υπάρχει κίνδυνος επί του πεδίου. Πάντοτε, βεβαίως, αγρυπνούμε. Εμείς έχουμε έτοιμα όλα τα σενάρια για την οποιαδήποτε ένταση, για την οποιαδήποτε αύξηση της πίεσης», ανέφερε.
Και πρόσθεσε με έμφαση:
«Προφανώς και είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε στο πεδίο».
«Η πραγματική ισχύς δεν είναι στα λόγια»
Ο υπουργός Εξωτερικών έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην έννοια της «πραγματικής ισχύος», την οποία συνέδεσε όχι με τη ρητορική ένταση αλλά με τη διπλωματική παρουσία, την αμυντική θωράκιση και την οικονομική ανθεκτικότητα.
«Εξάλλου, η πραγματική ισχύς δεν είναι στα λόγια. Η πραγματική ισχύς είναι στη διεύρυνση του διπλωματικού αποτυπώματος, στην αμυντική ανθεκτικότητα, στην ισχυρή οικονομία», είπε χαρακτηριστικά.
«Την τελευταία τριετία η Ελλάδα έχει αναπτύξει όλα αυτά τα πεδία. Εξάλλου αντιλαμβανόμαστε ότι αυτού του τύπου η υπερένταση, που πολλές φορές βλέπουμε από κύκλους από τη γειτονική Τουρκία, οφείλεται και στο γεγονός ότι η Ελλάδα έχει αποκτήσει μια πραγματική ισχύ, μια φωνή η οποία ακούγεται περισσότερο από ποτέ».
Και κατέληξε λέγοντας:
«Όποιος φωνάζει δεν είναι πάντοτε εκείνος ο οποίος είναι ο πιο ισχυρός. Μάλλον ο αδύναμος είναι».
«Τα 12 ναυτικά μίλια είναι μονομερές δικαίωμα της Ελλάδας»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο υπουργός Εξωτερικών στο ζήτημα της επέκτασης των χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια, θέμα που βρίσκεται εκ νέου στο επίκεντρο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.
«Έχουμε πει επανειλημμένως ότι η επέκταση των χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια αποτελεί προνόμιο της ελληνικής πολιτείας που απορρέει από το διεθνές δίκαιο της θάλασσας. Ουδέποτε το έχουμε απεμπολήσει», δήλωσε.
Και πρόσθεσε:
«Θα το ασκήσει η ελληνική πολιτεία στον χρόνο και με τον τρόπο που κρίνει σκόπιμο. Όπως το πράξαμε για το Ιόνιο και έως το ακρωτήριο Ταίναρο. Έτσι θα γίνει πραγματικότητα και όταν κριθεί από την ελληνική πολιτεία».
Ο υπουργός απέφυγε, ωστόσο, να δώσει οποιοδήποτε χρονοδιάγραμμα.
«Δεν μπορώ προφανώς να σας δώσω χρονοδιάγραμμα για το ζήτημα αυτό. Είναι όμως ένα μονομερές δικαίωμα», είπε.
Η τοποθέτηση αυτή έρχεται σε μια συγκυρία κατά την οποία η Αθήνα έχει επαναφέρει με μεγαλύτερη ένταση το ζήτημα των 12 ναυτικών μιλίων, ενώ ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει χαρακτηρίσει την επέκταση αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας. Παράλληλα, οι σχετικές δηλώσεις έχουν προκαλέσει νέες αντιδράσεις στην Τουρκία, με τουρκικά μέσα να επαναφέρουν το casus belli και την αντίθεση της Άγκυρας στην επέκταση πέραν των έξι μιλίων στο Αιγαίο.
Ο κ. Γεραπετρίτης συνέδεσε ευθέως την ελληνική επιλογή για τα 12 μίλια με τη συνολικότερη στρατηγική της Αθήνας για το διεθνές δίκαιο.
«Θέλω να τονίσω ότι η Ελλάδα είναι η χώρα εκείνη η οποία σέβεται απολύτως το διεθνές δίκαιο», είπε, απορρίπτοντας τη λογική σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα θα έπρεπε να εγκαταλείψει τη νομική επιχειρηματολογία και να επενδύσει περισσότερο στην επίδειξη ισχύος.
«Από τη δική μου εμπειρία, το μεγαλύτερο προσόν που μπορεί να έχεις στη διεθνή αρένα μια χώρα, της τάξεως της Ελλάδας, που δεν είναι υπερδύναμη, είναι ακριβώς η συνέπεια και η αξιοπιστία της».
«Ό,τι πράττουμε, το πράττουμε με βάση το διεθνές δίκαιο. Και η επέκταση των χωρικών υδάτων και τα θαλάσσια πάρκα και το θαλάσσιο χωροταξικό και οι εξορύξεις, τις οποίες κάνουμε, τα πάντα γίνονται με γνώμονα το διεθνές δίκαιο».
«Διότι όταν θέλεις να επικαλείσαι τη διεθνή δικαιοταξία, πρώτα πρέπει να την εφαρμόσεις ο ίδιος», συμπλήρωσε.
Κατά τον υπουργό, αυτή η διαφοροποίηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περίπτωση κρίσης:
«Όταν προκύπτει μια αντίστιξη, όταν μια χώρα είναι απολύτως συμβατή με το διεθνές δίκαιο και το επικαλείται διαρκώς, ενώ μια άλλη απλά το αγνοεί και το παραβιάζει, καταλαβαίνετε ότι αν έρθει μια κρίσιμη ώρα, εκείνος που είναι με το διεθνές δίκαιο θα έχει πολύ μεγαλύτερα ερείσματα».



