Όπως αναφέρεται, η περαιτέρω επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και ο περιορισμός της χρήσης μετρητών –μέσω κινήτρων αλλά και υποχρεώσεων– εκτιμάται ότι θα συμβάλλουν καθοριστικά στη σύλληψη φορολογητέας ύλης που μέχρι σήμερα διαφεύγει, ιδίως σε κλάδους όπου κυριαρχούν οι συναλλαγές σε μετρητά.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην υιοθέτηση μόνιμων διαρθρωτικών παρεμβάσεων κατά της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, οι οποίες διευρύνουν τη φορολογική βάση και ενισχύουν τη φορολογική συμμόρφωση, δημιουργώντας έναν πιο σταθερό και διαφανή δημοσιονομικό μηχανισμό.
Στο πλαίσιο αυτό, η φοροδιαφυγή εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο επίμονες διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, με εντονότερη παρουσία κυρίως σε δραστηριότητες ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων, όπως υπηρεσίες υγείας, νομικές και τεχνικές υπηρεσίες, προσωπικές υπηρεσίες, καθώς και τμήματα της εστίασης και του λιανικού εμπορίου. Η στοχευμένη παρέμβαση στους συγκεκριμένους τομείς θεωρείται κρίσιμη για την ανάκτηση σημαντικού μέρους της «χαμένης» φορολογικής ύλης.
Το πλεόνασμα
Πάντως, με βάση την ΤτΕ, η βελτίωση της απόδοσης των φορολογικών εσόδων, που συνδέεται τόσο με την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας όσο και με τα παραπάνω μέτρα, αποτελεί βασικό παράγοντα των θετικών δημοσιονομικών εξελίξεων. Ο προϋπολογισμός οδεύει σε νέο πλεόνασμα-ρεκόρ για τα έτη 2025 και 2026, με τις υπερεισπράξεις από φόρους να λειτουργούν ως «κλειδί» για τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, το πρωτογενές πλεόνασμα το 2025 προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 4,4% του ΑΕΠ, υπερδιπλάσιο σε σχέση με τον αρχικό στόχο του 2,2%. Η εκτίμηση αυτή αναθεωρήθηκε διαδοχικά από 3,2% και 3,7%, ενώ το τελικό μέγεθος θα ανακοινωθεί από τη Eurostat μετά το Πάσχα. Σημειώνεται ότι το 2024 έκλεισε ήδη με ιστορικά υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα, στο 4,7% του ΑΕΠ.
Η αναθεώρηση προς τα πάνω αποδίδεται κυρίως στην καλύτερη του αναμενομένου πορεία των φορολογικών εσόδων, ενισχυμένων από τη βελτίωση της απασχόλησης και την αύξηση της κατανάλωσης, αλλά και από την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων κατά της φοροδιαφυγής. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί έναν πρόσθετο, σε μεγάλο βαθμό μόνιμο, δημοσιονομικό χώρο, ενισχύοντας τη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών.
Για το 2026, το οικονομικό επιτελείο προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 2,8% του ΑΕΠ, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος ανεβάζει την εκτίμηση στο 3,2%, λαμβάνοντας υπόψη τη θετική μεταφερόμενη επίδραση των εσόδων του 2025. Το συνολικό αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης αναμένεται οριακά ελλειμματικό, στο -0,1% του ΑΕΠ, βελτιωμένο σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις.





