Πρόσφατα η πολιτική άλλαξε και από πολύ προσαρμοστική έγινε ουδέτερη και στις δύο περιοχές. Για παράδειγμα, τα πραγματικά επιτόκια στην Γερμανία βρίσκονται κοντά στο 2% από 0,5% το 2005. Επίσης, οι προσδοκίες για μείωση επιτοκίων δεν σημαίνουν ότι θα μπούμε σε ένα περιβάλλον περιοριστικής νομισματικής πολιτικής.
Ενώ οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν σχετικά υψηλές σήμερα, δεν έχουν μεταφρασθεί σε υψηλές τιμές για τον καταναλωτή όπως είχαν πράξει την δεκαετια΄του '70 και του '80.
Ανάπτυξη
Αν και το σημερινό sell-off έχει πολλές διαφορές με αυτά του παρελθόντος, σύμφωνα με την Citigroup η μεγαλύτερη διαφορά είναι το βάθος της διεθνούς ανάπτυξης. Τα τελευταία 20 χρόνια οι αναδυόμενες οικονομίες συνέβαλλαν σε λιγότερο από το μισό του διεθνούς ΑΕΠ. Ομως σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ σήμερα πάνω του 50% του διεθνούς AEΠ προέρχεται από αυτές.
Aυτό λοιπόν το πολύ σημαντικό στοιχείο δίνει στήριξη στην χρηματιστηριακή αγορά, με δύο τόπους. Πρώτον,οι αναδυόμενες οικονομίες είναι σήμερα πολύ καλά εφοδιασμένες για να εξαλείψουν την αδυναμία που αναμένεται να δούμε στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της αμερικάνικης τράπεζας, οι αναδυόμενες αγορές αναμένεται το 2007 και το 2008 να έχουν δυναμικότατη ανάπτυξη.
Δεύτερον, η ανάπτυξη στις αναδυόμενες οικονομίες προσφέρει τεράστια αύξηση πλούτου. Ενα μεγάλο μέρος αυτού του πλούτου τροφοδοτείται σε μετοχές δυτικών ευρωπαϊκών εταιρειών. Αυτό το φαινόμενο θα συνεχισθεί καθώς οι μετοχές των εταιρειών της δυτικής Ευρώπης είναι σχετικά φθηνές και οι επενδυτές ψάχνουν τρόπους να διαφοροποιήσουν το χαρτοφυλάκιο τους μακριά από τα αμερικάνικα κρατικά όμόλογα και προς τις μετοχές.
Χθες το «R», παρουσίασε μία χρήσιμη έκθεση της Citigroup εξηγώντας τους λόγους και συγκριτικά στοιχεία του πρόσφατου διεθνούς διορθωτικού κύματος σε σχέση με το παρελθόν. Σε συνέχεια, λοιπόν, της ίδιας έκθεσης, τονίζεται πως, η πιο σφιχτή πολιτική επιτοκίων ήταν παρούσα πριν το ξέσπασμα πολλών από τα sell-offs του παρελθόντος. Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως στις αρχές της δεκαετίας '90, τα πραγματικά βραχυπρόθεσμα επιτόκια ήταν κοντά ή και υψηλότερα του 10%. Ενώ τα επιτόκια έχουν αυξηθεί σε Ευρώπη και Αμερική τα τελευταία χρόνια, δεν έχουν ακόμη αγγίξει επίπεδο υπερβολής.