Με τις υπ’ αριθμ. 1177 και 1281/2026 αποφάσεις, το ΣτΕ έκρινε ότι το Δημόσιο και, ειδικότερα, οι Δήμοι και οι Περιφέρειες, υποχρεούνται να αποζημιώνουν ιδιώτες, μεταξύ άλλων ιδιοκτήτες, συνιδιοκτήτες και εργολάβους– για ζημίες που προκλήθηκαν από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των ΟΤΑ α’ και β’ βαθμού σε παραρεμάτιες περιοχές εντός σχεδίου πόλης.
Με τις δύο αποφάσεις, το ΣτΕ θέτει έτσι το πλαίσιο για την ευθύνη των αρμόδιων φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης όταν παράνομες πολεοδομικές πράξεις έχουν προκαλέσει ζημία σε ιδιώτες.
Οι αποφάσεις εκδόθηκαν έπειτα από αιτήσεις αναίρεσης κατά αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά και σηματοδοτούν μεταβολή σε σχέση με προηγούμενη νομολογιακή προσέγγιση του ΣτΕ.
Προϋπόθεση η οριστική οριοθέτηση του ρέματος
Στο επίκεντρο του σκεπτικού βρίσκεται η οριοθέτηση των ρεμάτων. Σύμφωνα με το ΣτΕ, η δόμηση ή η τακτοποίηση ιδιοκτησιών σε παραρεμάτιες περιοχές προϋποθέτει να έχει προηγηθεί οριστική οριοθέτηση του ρέματος.
Με βάση το ίδιο σκεπτικό, οι λεγόμενες «προσωρινές» οριοθετήσεις που προβλέπονται στον Κτιριοδομικό Κανονισμό δεν επαρκούν, καθώς, όπως έκρινε το Δικαστήριο, εκδίδονται χωρίς την απαιτούμενη νομοθετική εξουσιοδότηση.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις πολεοδομικές πράξεις που αφορούν ακίνητα σε περιοχές κοντά σε ρέματα, καθώς η έλλειψη οριστικής οριοθέτησης επηρεάζει τη νομιμότητα των σχετικών διαδικασιών.
Η προστασία των δικαιωμάτων των ιδιωτών
Σύμφωνα με το σκεπτικό των συμβούλων Επικρατείας, οι σχετικές πολεοδομικές διατάξεις αποσκοπούν, μεταξύ άλλων, στην προστασία ατομικών δικαιωμάτων και συμφερόντων των ιδιωτών.
Όπως επισημαίνεται, η έκδοση πράξης εφαρμογής ρυμοτομικού σχεδίου, προσκύρωσης, τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης, καθώς και η έκδοση οικοδομικής άδειας σε παραρεμάτιο ακίνητο, επιτρέπονται υπό την προϋπόθεση ότι έχει προηγηθεί η οριστική οριοθέτηση του ρέματος.



