Οι αποδόσεις των 10ετών ομολόγων αναφοράς μόλις έφτασαν σε νέο ενδοσυνεδριακό υψηλό για αυτόν τον ιδιαίτερα ασταθή μήνα, ενώ οι αποδόσεις των 30ετών ομολόγων βρίσκονται πλέον στο υψηλότερο επίπεδό τους από το 2004.
Οι τιμές του πετρελαίου επίσης αυξάνονται, αφού ο πρόεδρος Τραμπ απέρριψε πρόταση εκεχειρίας από το Ιράν, διατηρώντας κλειστά τα Στενά του Ορμούζ και περιορίζοντας περαιτέρω την παγκόσμια προσφορά ενέργειας.
Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του Brent, που είναι το διεθνές σημείο αναφοράς για το πετρέλαιο και αποτελούν τα συμβόλαια με τη μεγαλύτερη εμπορική δραστηριότητα, σημειώνουν άνοδο άνω του 2%, περίπου στα 99,50 δολάρια το βαρέλι. Μία ένδειξη ότι τα διαθέσιμα αποθέματα περιορίζονται είναι ότι το συμβόλαιο του κοντινότερου μήνα, το οποίο λήγει αυτή την εβδομάδα, διαπραγματεύεται σε σημαντικά υψηλότερη τιμή.
Οι αμερικανικές μετοχές ξεκινούν την εβδομάδα με αρνητικό πρόσημο. Η Nvidia ενισχύεται μετά την αύξηση του προγράμματος επαναγοράς ιδίων μετοχών κατά το ποσό-ρεκόρ των 150 δισ. δολαρίων, όμως αυτό δεν κατάφερε να βελτιώσει γενικότερα το επενδυτικό κλίμα.
Να σημειωθεί επιπλέον, πως η Wall Street Journal αναφέρει πως η απόδοση αγοράς (bid yield) του 10ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου αναφοράς έφτασε τη Δευτέρα έως το 5,272%, σύμφωνα με την Tradeweb. Πρόκειται για νέο υψηλό 19 ετών, αλλά —ακόμη πιο σημαντικό— βρίσκεται πολύ κοντά σε υψηλό 24 ετών.
Το επίπεδο που πρέπει να παρακολουθούμε είναι το 5,303%. Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου είχε φτάσει σε αυτό το επίπεδο στις 12 Ιουνίου 2007 — επίσης σε μια περίοδο υψηλών επιτοκίων και αυξανόμενων τιμών πετρελαίου. Εάν η απόδοση ξεπεράσει αυτό το επίπεδο, θα είναι η υψηλότερη από τον Μάιο του 2002, όταν οι αποδόσεις εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε μακρά πτωτική πορεία, έχοντας προηγουμένως φτάσει σε διψήφια επίπεδα τη δεκαετία του 1980.
Οι επενδυτές στην αγορά ομολόγων ανησυχούν ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση με το Ιράν θα διατηρήσει τις τιμές της ενέργειας σε υψηλά επίπεδα για αρκετό χρονικό διάστημα, ώστε αυτό να αρχίσει να επηρεάζει ευρύτερα τον πληθωρισμό και να οδηγήσει τη Federal Reserve να αυξήσει τα επιτόκια πιο επιθετικά από ό,τι αναμενόταν προηγουμένως.



