Η διαπίστωση αυτή δεν είναι καινούργια. Εκείνο που έχει αλλάξει είναι ότι πλέον καταγράφεται και σε ανάλυση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία βλέπει στη στενότερη σύνδεση της ναυτιλίας με την ελληνική ναυπηγοεπισκευαστική βιομηχανία μια πραγματική αναπτυξιακή ευκαιρία.
Η συζήτηση δεν αφορά το αν η Ελλάδα μπορεί να ανταγωνιστεί την Κίνα, τη Νότια Κορέα ή την Ιαπωνία στις μαζικές ναυπηγήσεις. Αυτό θα ήταν εκτός πραγματικότητας. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να διεκδικήσει μεγαλύτερο μερίδιο από την τεράστια αξία που δημιουργεί ο δικός της στόλος.
Η απάντηση είναι ότι μπορεί, αλλά μόνο εφόσον υπάρξει μακροπρόθεσμη στρατηγική. Σύγχρονα ναυπηγεία, ανταγωνιστικές επισκευαστικές υπηρεσίες, εξειδίκευση στις μετασκευές, στην πράσινη μετάβαση, στα προηγμένα ναυτιλιακά συστήματα και στην αμυντική ναυπηγική. Εκεί βρίσκεται το πεδίο όπου η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει ουσιαστικό ρόλο.
Η συγκυρία είναι ευνοϊκή. Η παγκόσμια ναυπηγική αγορά αναμένεται να αναπτυχθεί σημαντικά μέχρι το τέλος της δεκαετίας, ενώ οι νέες περιβαλλοντικές απαιτήσεις δημιουργούν ανάγκη για χιλιάδες μετασκευές και νέα πλοία. Η ζήτηση θα αυξηθεί. Το ερώτημα είναι ποιοι θα την αξιοποιήσουν.
Για πολλά χρόνια αντιμετωπίζαμε τη ναυτιλία και τα ναυπηγεία ως δύο διαφορετικούς κόσμους. Στην πραγματικότητα αποτελούν κρίκους της ίδιας αλυσίδας. Όσο η μία δημιουργεί πλούτο και η άλλη αδυνατεί να συμμετάσχει στην παραγωγή του, η χώρα χάνει οικονομική αξία, τεχνογνωσία και θέσεις εργασίας.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει η μεγαλύτερη ναυπηγική δύναμη του κόσμου. Χρειάζεται όμως να πάψει να είναι θεατής της αξίας που παράγει η ίδια η ναυτιλία της.
Αν θέλει να περάσει από την οικονομία των υπηρεσιών σε μια οικονομία με ισχυρότερη παραγωγική βάση, η διασύνδεση ναυτιλίας και ναυπηγείων δεν είναι απλώς μια ευκαιρία. Είναι μια στρατηγική επιλογή που δύσκολα μπορεί να αναβληθεί άλλο.



