Η σημερινή κατάσταση στη Μέση Ανατολή είναι ίσως η πιο ρευστή και επικίνδυνη των τελευταίων δεκαετιών. Οι συγκρούσεις δεν περιορίζονται πλέον σε παραδοσιακούς στρατούς και σύνορα. Επεκτείνονται σε υβριδικό πόλεμο, νέες τεχνολογικές δυνατότητες και ασύμμετρες απειλές. Κράτη και ομάδες χρησιμοποιούν πλέον drones, πυραυλικά συστήματα και κυβερνοεπιθέσεις ως βασικά εργαλεία ισχύος. Από το Ιράν και το Ισραήλ μέχρι τους αντάρτες στην Υεμένη και τις πολιτοφυλακές στη Συρία και το Ιράκ, η περιοχή έχει μετατραπεί σε ένα εργαστήριο νέων μορφών πολέμου.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο των πρόσφατων συγκρούσεων είναι ο ρόλος των drones και των βαλλιστικών πυραύλων. Σχετικά χαμηλού κόστους τεχνολογίες μπορούν πλέον να απειλήσουν στρατηγικούς στόχους, ενεργειακές υποδομές ή ακόμη και μεγάλες πόλεις. Η ισορροπία ισχύος μεταβάλλεται. Χώρες που επενδύουν σε τέτοιες δυνατότητες αποκτούν δυσανάλογη αποτρεπτική ισχύ σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας ή του στρατού τους.
Για την Ελλάδα, τα διδάγματα είναι προφανή. Η γεωπολιτική της θέση ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική την καθιστά κόμβο σταθερότητας αλλά και πιθανό στόχο πιέσεων σε μια περίοδο αυξανόμενης αστάθειας. Παράλληλα, η τεχνολογική εξέλιξη έχει αλλάξει τη φύση της αποτροπής. Δεν αρκεί πλέον η κλασική στρατιωτική ισχύς. Απαιτείται ένα ολοκληρωμένο πλέγμα δυνατοτήτων που περιλαμβάνει προηγμένα συστήματα επιτήρησης, drones, και σε ένα επίπεδο στρατηγικής αποτροπής βαλλιστικά ή μακράς εμβέλειας πυραυλικά συστήματα.
Η ανάπτυξη εγχώριας τεχνογνωσίας σε drones και πυραυλική τεχνολογία δεν είναι μόνο στρατιωτική επιλογή. Είναι και επιλογή βιομηχανικής και τεχνολογικής πολιτικής. Χώρες όπως η Τουρκία, το Ιράν ή το Ισραήλ απέδειξαν ότι επενδύοντας συστηματικά σε τέτοιες τεχνολογίες μπορούν να δημιουργήσουν ισχυρά οικοσυστήματα αμυντικής βιομηχανίας, εξαγωγών και καινοτομίας.
Για την Ελλάδα, η επένδυση σε αυτά τα συστήματα θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τρεις στόχους. Πρώτον, να ενισχύσει την αποτρεπτική της ικανότητα. Δεύτερον, να μειώσει την εξάρτηση από ξένους προμηθευτές και τρίτον, να δημιουργήσει έναν νέο πυλώνα τεχνολογικής ανάπτυξης με εφαρμογές και στον πολιτικό τομέα.
Η ιστορία της γεωπολιτικής δείχνει ότι τα κράτη που προσαρμόζονται γρήγορα στις αλλαγές της στρατιωτικής τεχνολογίας διασφαλίζουν την κυριαρχία και την ασφάλειά τους. Στον 21ο αιώνα, η αποτροπή δεν θα κρίνεται μόνο από τον αριθμό των στρατιωτών, των πλοίων ή των αρμάτων μάχης, αλλά από την ικανότητα ενός κράτους να συνδυάζει πληροφορία, τεχνολογία και στρατηγική εμβέλεια.
Σε μια εποχή όπου οι συγκρούσεις μπορούν να ξεκινήσουν από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και να διεξάγονται από μη επανδρωμένα συστήματα, η Ελλάδα οφείλει να σκεφτεί με όρους του μέλλοντος και όχι του παρελθόντος. Η ανάπτυξη drones και προηγμένων πυραυλικών συστημάτων δεν είναι απλώς μια στρατιωτική επιλογή, είναι μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για ασφάλεια, τεχνολογική αυτονομία και γεωπολιτική αξιοπιστία.