Σε επίπεδο βασικών μεγεθών, η αναπροσαρμοσμένη λειτουργική κερδοφορία (a-EBITDA) διαμορφώθηκε στα 66,2 εκατ. ευρώ, από 63,7 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Τα καθαρά χρηματοοικονομικά έξοδα υποχώρησαν κατά 5,7%, κατά 0,6 εκατ. ευρώ, σε ετήσια βάση, ενώ τα κέρδη προ φόρων (EBT) ενισχύθηκαν σημαντικά, φθάνοντας τα 67,8 εκατ. ευρώ έναντι 45,3 εκατ. ευρώ στο πρώτο τρίμηνο του προηγούμενου έτους, σημειώνοντας άνοδο 49,6%.
Στο επιχειρησιακό σκέλος, οι πωλήσεις αλουμινίου αυξήθηκαν κατά 7,8% και ανήλθαν σε 112 χιλ. τόνους, με ώθηση κυρίως από τους τομείς μεταφορών και άκαμπτης συσκευασίας. Αντίστοιχα, οι πωλήσεις χαλκού ενισχύθηκαν κατά 1%, φθάνοντας τους 45 χιλ. τόνους, με βασικούς μοχλούς ανάπτυξης τη βιομηχανία και την ενέργεια.
Ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών ανήλθε σε 1,036 δισ. ευρώ, αυξημένος κατά 11,3% σε σχέση με το 2025, εξέλιξη που αποδίδεται τόσο στην άνοδο των όγκων όσο και στις υψηλότερες τιμές των μετάλλων. Τα ενοποιημένα EBITDA αυξήθηκαν κατά 33,2%, στα 94,3 εκατ. ευρώ, ενώ τα κέρδη μετά από φόρους ανήλθαν σε 62,4 εκατ. ευρώ από 41,6 εκατ. ευρώ ένα χρόνο πριν.
Η ενίσχυση των αποτελεσμάτων υποστηρίχθηκε από τη βελτίωση του μείγματος προϊόντων, τη μείωση του κόστους ενέργειας και την αποτελεσματική διαχείριση κεφαλαίου κίνησης, παρά το απαιτητικό περιβάλλον αυξημένων πιέσεων κόστους και ανταγωνισμού.
Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των αποτελεσμάτων έπαιξε και η μεταβλητότητα στις τιμές των μετάλλων, με τον χαλκό και το αλουμίνιο να κινούνται ανοδικά σε ετήσια βάση, ενισχύοντας τα λογιστικά αποτελέσματα μετάλλων.
Το κεφάλαιο κίνησης αυξήθηκε κατά 70,3 εκατ. ευρώ, αντανακλώντας κυρίως τις υψηλότερες τιμές LME, ενώ οι επενδυτικές δαπάνες ανήλθαν σε 27 εκατ. ευρώ, με έμφαση στην ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας προϊόντων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Ο καθαρός δανεισμός διαμορφώθηκε στα 621,9 εκατ. ευρώ, χαμηλότερα σε ετήσια βάση, ενώ τα καθαρά χρηματοοικονομικά έξοδα υποχώρησαν κατά 9,1% στα 8,8 εκατ. ευρώ.
Συνολικά, ο Όμιλος εμφάνισε βελτιωμένη εικόνα κερδοφορίας, με τα αποτελέσματα μετά από φόρους και δικαιώματα μειοψηφίας να ανέρχονται σε 59,8 εκατ. ευρώ, έναντι 40,3 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025.



