Η οικονομία της ζώνης του ευρώ παραμένει ουσιαστικά στάσιμη τους τελευταίους 18 μήνες και η μακροχρόνια προβλεπόμενη ανάκαμψη δεν έχει υλοποιηθεί.
Η αδύναμη ανάπτυξη έχει βοηθήσει στην τιθάσευση του ανεξέλεγκτου πληθωρισμού, αλλά ορισμένοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ανησυχούν ότι η ανάπτυξη είναι τόσο αδύναμη που ο πληθωρισμός θα μπορούσε να πέσει κάτω από τον στόχο της ΕΚΤ για το 2%, όπως συνέβαινε στα χρόνια πριν από την πανδημία.
«Τα στοιχεία που βασίζονται σε έρευνες δείχνουν ότι η ανάπτυξη θα είναι ασθενέστερη βραχυπρόθεσμα, λόγω της επιβράδυνσης της ανάπτυξης στον τομέα των υπηρεσιών και της συνεχιζόμενης συρρίκνωσης στη μεταποίηση», δήλωσε η Λαγκάρντ στην Επιτροπή Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες, όπως μεταδίδει το Reuters.
«Οι μεσοπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές είναι ωστόσο αβέβαιες και κυριαρχούνται από καθοδικούς κινδύνους», πρόσθεσε η Λαγκάρντ. «Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι είναι αυξημένοι, με αυξανόμενες απειλές για το διεθνές εμπόριο».
Δεδομένου του ανοικτού χαρακτήρα του μπλοκ, οι εμπορικοί φραγμοί αποτελούν απειλή για τη μεταποίηση και τις επενδύσεις, πρόσθεσε η Λαγκάρντ.
Παρόλα αυτά, η Λαγκάρντ δήλωσε ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάποια ανάκαμψη μπροστά μας, με κινητήρια δύναμη τις αυξημένες επενδύσεις και τις καταναλωτικές δαπάνες λόγω της αύξησης των πραγματικών εισοδημάτων.
Ο πληθωρισμός, ο οποίος κυμαίνεται λίγο πάνω από τον στόχο της ΕΚΤ για 2%, θα μπορούσε να αυξηθεί το τελευταίο τρίμηνο του 2024, αλλά στη συνέχεια θα υποχωρήσει στον στόχο του επόμενου έτους, υπογράμμισε η Λαγκάρντ, επαναλαμβάνοντας την καθοδήγησή της για τις τιμές.
Η ΕΚΤ θα συνεδριάσει την επόμενη φορά στις 12 Δεκεμβρίου και οι οικονομολόγοι αναμένουν κατά συντριπτική πλειοψηφία νέα μείωση του επιτοκίου κατά 25 μονάδες βάσης, την τέταρτη τέτοια κίνηση φέτος.








