Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε από την 1η έως την 6η Ιουνίου υπό τον συντονισμό της Interpol, της Europol και της Frontex, με την αστυνομία της Αυστρίας και της Ρουμανίας να ηγούνται των δράσεων στο πεδίο.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Interpol, στην επιχείρηση συμμετείχαν σχεδόν 15.000 αστυνομικοί και πράκτορες. «Πρόκειται για μια παγκόσμια προσπάθεια αντιμετώπισης του εγκλήματος που κρύβεται στις σκιές – της εκμετάλλευσης ανθρώπων που πολλές φορές είναι αόρατοι για την κοινωνία», ανέφερε εκπρόσωπος της Interpol, προσθέτοντας ότι «η έκταση της εκμετάλλευσης και η σκληρότητα των μεθόδων σοκάρουν».
Η επιχείρηση επικεντρώθηκε κυρίως στην ταυτοποίηση και διάσωση θυμάτων σεξουαλικής εκμετάλλευσης, καταναγκαστικής επαιτείας και εξαναγκασμού σε εγκληματικές πράξεις. Τα θύματα προέρχονταν από 64 διαφορετικές χώρες, μεταξύ των οποίων η Ρουμανία, η Ουκρανία, η Κολομβία και η Κίνα, και σε πολλές περιπτώσεις είχαν μεταφερθεί πέρα από εθνικά ή ακόμα και ηπειρωτικά σύνορα.
«Η πλειονότητα των θυμάτων σεξουαλικής εκμετάλλευσης ήταν ενήλικες γυναίκες», αναφέρει η Interpol. Ωστόσο, η ανακοίνωση αποκαλύπτει και μια πιο σκοτεινή πτυχή: «Τα ανήλικα θύματα ήταν κυρίως θύματα καταναγκαστικής επαιτείας ή εξαναγκασμού σε εγκληματικές ενέργειες, όπως μικροκλοπές σε δημόσιους χώρους». Συχνά, όπως προστίθεται, «η εκμετάλλευση προερχόταν ακόμη και από μέλη της οικογένειάς τους».
Σε διάφορες χώρες εντοπίστηκαν σοβαρά και πολυδιάστατα δίκτυα διακίνησης. Στη Βραζιλία, η ομοσπονδιακή αστυνομία εξάρθρωσε εγκληματικό κύκλωμα που στρατολογούσε θύματα μέσω ψευδών αγγελιών εργασίας, τα οποία στη συνέχεια μεταφέρονταν στη Μιανμάρ και εξαναγκάζονταν σε σεξουαλική εκμετάλλευση. «Οι διακινητές εκμεταλλεύονταν την απελπισία των θυμάτων και τους υπόσχονταν ευκαιρίες που δεν υπήρχαν ποτέ», σχολίασε ανώτερος αξιωματικός της αστυνομίας της Βραζιλίας.
Στην Ιταλία, οι αρχές ταυτοποίησαν 75 θύματα από τη Ρουμανία, την Κίνα και την Κολομβία στο πλαίσιο ερευνών σε ινστιτούτα μασάζ. Εκτός από τους ελέγχους για εμπορία ανθρώπων, κατασχέθηκαν ναρκωτικές ουσίες και πυροβόλα όπλα, επιβεβαιώνοντας τη σύνδεση τέτοιων εγκληματικών κυκλωμάτων με άλλες μορφές σοβαρού εγκλήματος.
Ανησυχητικά ήταν και τα ευρήματα στην Ταϊλάνδη, όπου η αστυνομία εντόπισε κύκλωμα παιδικής πορνείας που λειτουργούσε μέσω δημοφιλούς πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης. «Η τεχνολογία διευκολύνει πλέον τους διακινητές, και γι’ αυτό πρέπει να ενισχύσουμε την ψηφιακή παρακολούθηση και τη συνεργασία με τις τεχνολογικές εταιρείες», υπογράμμισε εκπρόσωπος της ταϊλανδικής αστυνομίας.
Η Interpol έκλεισε την ανακοίνωσή της με έκκληση για ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας, τονίζοντας πως «κανένα κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνο του την εμπορία ανθρώπων - είναι ένα παγκόσμιο έγκλημα που απαιτεί παγκόσμια απάντηση». Η οργάνωση διαβεβαίωσε πως θα συνεχίσει τις συντονισμένες επιχειρήσεις για τον εντοπισμό και τη διάλυση τέτοιων δικτύων, δίνοντας προτεραιότητα στην προστασία των πιο ευάλωτων ομάδων.






