Η αύξηση οφείλεται κυρίως στην άνοδο του χρέους των δήμων και των κοινοτήτων, οι οποίοι κατέγραψαν χρέη ύψους 170,5 δισ. ευρώ, με ετήσια αύξηση της τάξεως του 10,3%. Παράλληλα, το χρέος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ανήλθε στα 1.732,7 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 2,1% από το προηγούμενο έτος. Το συνολικό ποσό περιλαμβάνει υποχρεώσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, των κρατιδίων, των δήμων και των ασφαλιστικών ταμείων που βρίσκονται εκτός των επίσημων προϋπολογισμών και προορίζονται για αποπληρωμή σε τράπεζες και ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Αντιθέτως, θετικό πρόσημο καταγράφεται στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης, όπου το χρέος υποχώρησε θεαματικά κατά 73,9%, αγγίζοντας μόλις τα 10 εκατομμύρια ευρώ στο τέλος του 2024. Ωστόσο, αυτή η βελτίωση δεν ήταν αρκετή για να αντισταθμίσει τις αυξημένες οφειλές σε άλλα επίπεδα του δημόσιου τομέα.
Ιδιαίτερα επιβαρυμένοι είναι οι δήμοι της Βόρειας Ρηνανίας - Βεστφαλίας, οι οποίοι καταγράφουν τα υψηλότερα επίπεδα χρέους σε ολόκληρη τη χώρα. Ακολουθούν οι δήμοι της Έσσης και του Ζάαρλαντ. Στον αντίποδα, οι πιο συνετοί οικονομικά φαίνεται να είναι οι δήμοι του Βρανδεμβούργου, της Θουριγγίας και της Σαξονίας, όπου τα χρέη παραμένουν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα.
Η αυξανόμενη επιβάρυνση του δημόσιου χρέους δημιουργεί ανησυχίες για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών της Γερμανίας, ιδιαίτερα καθώς η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις από τον πληθωρισμό, την ενεργειακή κρίση και την ανάγκη για επενδύσεις σε υποδομές και ψηφιακό μετασχηματισμό.








