Η ανακοίνωση της Πέμπτης που έκανε γνωστό ότι η Γερμανίδα αξιωματούχος του Εκτελεστικού Συμβουλίου, Ιζαμπέλα Σνάμπελ, θα αποχωρήσει τον Ιανουάριο, έναν χρόνο πριν από την κανονική ολοκλήρωση της θητείας της, δημιουργεί ένα κενό στην ανώτατη διοίκηση της ΕΚΤ μέσα στους επόμενους τρεις μήνες. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την πίεση προς τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών να κινηθούν γρήγορα και να ξεκινήσουν τις σχετικές διαπραγματεύσεις.
Παράλληλα, η Λαγκάρντ και ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, αναμένεται επίσης να αποχωρήσουν το 2027, ενώ η πρόεδρος της ΕΚΤ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να ολοκληρώσει νωρίτερα τη θητεία της. Υπό αυτά τα δεδομένα, θεωρείται ιδιαίτερα πιθανό να διαμορφωθεί ένα συνολικό «πακέτο» συμφωνίας για την κατανομή των κορυφαίων θέσεων.
Έως το τέλος του έτους απομένουν τρεις σύνοδοι κορυφής της ΕΕ, οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν το πλαίσιο για τις σχετικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των κρατών-μελών.
Η διαδικασία επιλογής ενδέχεται να προκαλέσει νέα αντιπαράθεση μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών, αντίστοιχη με εκείνη που είχε σημειωθεί το 2019, όταν επελέγη η Λαγκάρντ για την προεδρία της ΕΚΤ. Οι χώρες θα διεκδικήσουν θέσεις που αντιστοιχούν στο ήμισυ του Εκτελεστικού Συμβουλίου, του οργάνου που καθορίζει τη νομισματική πολιτική για μια περιοχή περίπου 360 εκατομμυρίων ανθρώπων.
«Τώρα υπάρχει πραγματικά πίεση χρόνου για να βρεθεί μια λύση μέσω ενός συνολικού πακέτου», δήλωσε ο Χόλγκερ Σμίντινγκ, επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg. «Θα είναι δύσκολο. Αλλά αυτός είναι ο ρόλος των πολιτικών, να βρίσκουν λύσεις ακόμη και όταν οι αποφάσεις είναι δύσκολες».
Πολιτική συγκυρία σε Γερμανία και Γαλλία
Η επιτάχυνση των διαδικασιών σημειώνεται σε μια ιδιαίτερα απαιτητική πολιτική συγκυρία για τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης.
Στη Γερμανία, τη μεγαλύτερη οικονομία της περιοχής, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με πολιτικές πιέσεις μετά τις διαδοχικές εκλογικές ήττες σε κρατίδια. Την ίδια ώρα, η Γαλλία αντιμετωπίζει πολιτικό αδιέξοδο ενόψει των επόμενων εκλογών, ενώ παράλληλα πλησιάζουν οι εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις στην Ιταλία και την Ισπανία.
Όπως συμβαίνει σε κάθε διαδικασία λήψης αποφάσεων στην ΕΕ, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να προκύψει αδιέξοδο. Η ίδια η Σνάμπελ αναφέρθηκε σε αυτό το ενδεχόμενο σε αποχαιρετιστήριο μήνυμα που απηύθυνε προς το προσωπικό της ΕΚΤ και το οποίο περιήλθε στην κατοχή του Bloomberg.
«Ένας διάδοχος θα διοριστεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο», ανέφερε. «Εάν χρειαστεί, οι αρμοδιότητές μου θα ανακατανεμηθούν προσωρινά μεταξύ των υπόλοιπων μελών του Εκτελεστικού Συμβουλίου μετά την αποχώρησή μου».
Η αποχώρηση της Σνάμπελ αποτελεί μέχρι στιγμής το πιο σαφές μήνυμα προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ότι πρέπει να αρχίσουν ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Οποιαδήποτε καθυστέρηση θα μπορούσε, άλλωστε, να συμπέσει με το χρονοδιάγραμμα για την επιλογή του διαδόχου του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, διαδικασία που ξεκινά τον Απρίλιο.
Στο προσκήνιο οι υποψήφιοι
Η ανάγκη για ταχεία λήψη αποφάσεων δεν αφορά μόνο την κάλυψη της θέσης μιας αξιωματούχου με σημαντικές αρμοδιότητες για τις αγορές, σε μια περίοδο κατά την οποία η μεταβλητότητα παραμένει έντονη. Οι διεθνείς πιέσεις στις αγορές ομολόγων έχουν οδηγήσει, μεταξύ άλλων, την απόδοση του αμερικανικού 30ετούς ομολόγου στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων περισσότερων από δύο δεκαετιών.
Την ίδια στιγμή, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο η Λαγκάρντ να αποχωρήσει από την ΕΚΤ πριν από τη λήξη της θητείας της τον Οκτώβριο του 2027.
Μέχρι σήμερα, η πρόεδρος της ΕΚΤ έχει δεσμευτεί μόνο ότι θα παραμείνει στη θέση της έως το τέλος του έτους, έπειτα από μήνες σεναρίων που την ήθελαν να εξετάζει το ενδεχόμενο να αναλάβει θέση στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ.
Παράλληλα, τον Ιανουάριο αναμένεται να κυκλοφορήσει και η αυτοβιογραφία της, κάτι που συνηθίζεται να κάνουν πρόσωπα που κατέχουν κορυφαίες θέσεις αφού έχουν αποχωρήσει από τα καθήκοντά τους.
Ένα από τα πιο ισχυρά σημάδια ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προετοιμάζονται για τη διαδικασία των διορισμών ήρθε από τους πρωθυπουργούς της Ισπανίας και της Ολλανδίας. Οι δύο ηγέτες βρίσκονταν στη Νέα Υόρκη για τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και εξέφρασαν δημόσια τη στήριξή τους σε υποψηφίους από τις χώρες τους.
Ο Ολλανδός πρωθυπουργός Ρομπ Γιέτεν δήλωσε την Πέμπτη στο Bloomberg Television ότι πολλές χώρες της περιοχής θα θεωρούσαν τον Κλάας Κνοτ «ιδανική επιλογή».
Μία ημέρα νωρίτερα, ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ είχε δηλώσει ότι ο Πάμπλο Ερνάντες ντε Κος διαθέτει «την ηγετική ικανότητα, αλλά και την ικανότητα και τη γνώση».
«Φαίνεται ότι οι συζητήσεις έχουν ήδη ξεκινήσει», δήλωσε η οικονομολόγος της Jefferies, Μοντούπε Αντεγκμπέμπο. «Ωστόσο, η πρόωρη αποχώρηση της Σνάμπελ θα αυξήσει την πίεση προς τα κράτη-μέλη να καταλήξουν σε λύση».
Η Γερμανία και η θέση του επικεφαλής οικονομολόγου
Παρότι η Γερμανία δεν έχει αναλάβει ποτέ την προεδρία της ΕΚΤ, μέχρι σήμερα δεν έχει προωθήσει επισήμως δικό της υποψήφιο για τη θέση.
Ο επικεφαλής της Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ, ενδιαφέρεται για την προεδρία, ωστόσο ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με πολιτικές συγκρούσεις, εμφανίζεται επιφυλακτικός απέναντι στην υποψηφιότητα ενός προσώπου που συνδέεται με τους Σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι συμμετέχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό.
Η Γερμανία διαθέτει ήδη δύο ακόμη κορυφαίες θέσεις σε ευρωπαϊκούς θεσμούς: την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, την οποία κατέχει η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και την ηγεσία της τραπεζικής εποπτείας της ΕΚΤ, που βρίσκεται στα χέρια της Κλαούντια Μπουχ.
Η σημερινή στάση του Βερολίνου διαφοροποιείται από τις δύο προηγούμενες διαδικασίες επιλογής προέδρου της ΕΚΤ, όταν Γερμανοί κεντρικοί τραπεζίτες είχαν βρεθεί στο επίκεντρο των συζητήσεων.
Μια εναλλακτική επιλογή για τη Γερμανία θα μπορούσε να είναι η θέση του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ, την οποία αναμένεται επίσης να διεκδικήσει η Γαλλία. Σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις σχετικές συζητήσεις και επικαλείται το Bloomberg, το Βερολίνο θα ενδιαφερόταν για τη συγκεκριμένη θέση.
Μεταξύ των Γερμανών που εξετάζονται ως πιθανοί υποψήφιοι είναι οι καθηγητές των πανεπιστημίων Princeton και Berkeley, Μάρκους Μπρούνερμαϊερ και Ούλρικε Μάλμεντιερ, καθώς και ο Τομπίας Άντριαν, ο οποίος μόλις αποχώρησε από τη θέση που πρόκειται να αναλάβει η Σνάμπελ στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Ωστόσο, Γερμανοί έχουν ήδη αναλάβει δύο φορές στο παρελθόν τη θέση του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ. Σε συνδυασμό με την επικείμενη αποχώρηση της Σνάμπελ και, στη συνέχεια, της Λαγκάρντ από το Εκτελεστικό Συμβούλιο, εκτιμάται ότι θα ενταθεί η πίεση για τον διορισμό ακόμη μίας γυναίκας σε κορυφαία θέση.
Στο πλαίσιο αυτό, εκτός από τη Μάλμεντιερ, μεταξύ των πιθανών υποψηφίων αναφέρονται και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Bundesbank, Σαμπίνε Μάουντερερ και Φρίτσι Κέλερ-Γκάιμπ.
Από την πλευρά της Γαλλίας, μεταξύ των ισχυρών υποψηφιοτήτων περιλαμβάνονται η πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΟΟΣΑ, Λοράνς Μπουν, καθώς και η υποδιοικήτρια της Τράπεζας της Γαλλίας, Ανιές Μπενασί-Κερ.
Η διαδικασία διορισμού
Η επιλογή της νέας ηγεσίας της ΕΚΤ ακολουθεί συγκεκριμένη διαδικασία. Οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης καλούν τα κράτη-μέλη να καταθέσουν υποψηφιότητες και στη συνέχεια εξετάζουν τις επιλογές, προτού εισηγηθούν την υποψηφιότητα που προκρίνουν.
Ακολούθως, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ διατυπώνουν τις γνωμοδοτήσεις τους, ενώ η τελική απόφαση για τον διορισμό λαμβάνεται από τους ηγέτες της ΕΕ.
Με τον Μακρόν να αναμένεται να επιδιώξει ενεργό ρόλο για λογαριασμό της Γαλλίας, το Βερολίνο ενδέχεται να έχει μεγαλύτερο περιθώριο να προωθήσει έναν από τους υποψηφίους του για τη θέση της Σνάμπελ, η οποία αφορά το χαρτοφυλάκιο των αγορών.
Η συγκεκριμένη θέση έχει αποκτήσει αυξημένη βαρύτητα τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας των παρεμβάσεων της ΕΚΤ κατά τη διάρκεια κρίσεων, μεταξύ άλλων μέσω των προγραμμάτων μαζικών αγορών περιουσιακών στοιχείων.
Σε κάθε περίπτωση, η μετακίνηση της Σνάμπελ στην Ουάσιγκτον έχει ήδη δώσει νέα ώθηση σε μία από τις σημαντικότερες διαδικασίες αλλαγής προσώπων που βρίσκονται υπό παρακολούθηση στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια.
«Σίγουρα επιταχύνει τις συζητήσεις και θα μου προκαλούσε έκπληξη αν οι κυβερνήσεις δεν έχουν ήδη ορισμένα ονόματα στο μυαλό τους», δήλωσε ο Πιέτ Κρίστιανσεν, επικεφαλής στρατηγικής της Danske Bank. «Αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να προβλεφθεί το τελικό αποτέλεσμα».



