Σύμφωνα με την ανακοίνωση της αρχής, οι δύο εμπλεκόμενες εταιρείες προέβησαν σε «παραπλανητικές δηλώσεις σχετικά με την ηθική και κοινωνική τους υπευθυνότητα, οι οποίες έρχονταν σε αντίθεση με τις πραγματικές συνθήκες εργασίας που εντοπίστηκαν στους προμηθευτές και υπεργολάβους τους».
Η αρχή ανέφερε πως, ενώ ο όμιλος προέβαλε τη δέσμευσή του στη βιωσιμότητα ως εργαλείο μάρκετινγκ, στην πράξη ανέθετε την παραγωγή των τσαντών και των δερμάτινων αξεσουάρ του σε εξωτερικούς συνεργάτες, οι οποίοι με τη σειρά τους υπέγραφαν συμβάσεις με άλλους παραγωγούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτοί απασχολούσαν παράνομα εργαζόμενους και παραβίαζαν κανονισμούς υγείας και ασφάλειας.
Το ζήτημα είχε ανακύψει και πέρυσι, όταν εισαγγελείς στην Ιταλία είχαν θέσει μία από τις εταιρείες του ομίλου Armani υπό δικαστική διαχείριση — ένα μέτρο που ήρθη τον Φεβρουάριο.
Σε ανακοίνωσή του, ο όμιλος Giorgio Armani εξέφρασε «απογοήτευση και πικρία» για την απόφαση της αρχής ανταγωνισμού, δηλώνοντας ότι θα προσφύγει στο ιταλικό διοικητικό δικαστήριο. «Ο όμιλος λειτούργησε πάντοτε με απόλυτη εντιμότητα και διαφάνεια έναντι των καταναλωτών, της αγοράς και των ενδιαφερόμενων μερών, όπως αποδεικνύει η ιστορία του», πρόσθεσε.
Υπενθυμίζεται ότι πέρυσι η ρυθμιστική αρχή ξεκίνησε παρόμοια έρευνα για τον Dior, ο οποίος ανήκει στον όμιλο LVMH, προκειμένου να διαπιστωθεί αν παραπλάνησε τους καταναλωτές. Η γαλλική εταιρεία συμφώνησε σε μια σειρά από διορθωτικά μέτρα τον Μάιο, τα οποία η αρχή θεώρησε επαρκή για την αποφυγή κυρώσεων.
Νωρίτερα φέτος, υπό δικαστική διαχείριση στην Ιταλία τέθηκαν επίσης η εταιρεία Loro Piana, γνωστή για τα κασμίρ της, και μία μονάδα του οίκου Valentino, λόγω παραβιάσεων δικαιωμάτων εργαζομένων στην εφοδιαστική τους αλυσίδα.







