Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ανέδειξε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο αυτό το πρότυπο. Η Άγκυρα, μέλος του ΝΑΤΟ αλλά με σταθερούς δεσμούς με τη Μόσχα, κατόρθωσε να αναδειχθεί σε διαμεσολαβητή κρίσιμων συνομιλιών, όπως για τη συμφωνία εξαγωγής σιτηρών μέσω της Μαύρης Θάλασσας. Με αυτό τον τρόπο, αφενός προσέφερε στη Δύση μια διέξοδο για να αποφευχθεί επισιτιστική κρίση, αφετέρου έδειξε στη Ρωσία ότι δεν είναι ένας αυτόματος «υποστηρικτής» της ατζέντας των ΗΠΑ. Η διπλή αυτή στάση της επιτρέπει να ενισχύει τον ρόλο της περιφερειακής δύναμης που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει. Επιπλέον Η Τουρκία διαρκεί ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην Ευρώπη και την Μέση Ανατολή. Δεν είναι τυχαία η πρόσφατη αναφορά του Ερντογάν ότι η χώρα του αποτελεί την «ανατολικότερη ευρωπαϊκή χώρα» και την «δυτικότερη ασιατική».
Η γεωστρατηγική ευελιξία της Τουρκίας, όμως, δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την ανοχή της Δύσης σε ζητήματα εσωτερικής πολιτικής. Εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, η διακυβέρνηση Ερντογάν έχει συστηματικά περιορίσει την ελευθερία του Τύπου, έχει φυλακίσει πολιτικούς αντιπάλους και έχει κατηγορηθεί για κατάφωρες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, οι διεθνείς αντιδράσεις παραμένουν χλιαρές, με την Ουάσινγκτον και τις Βρυξέλλες να προτιμούν τη διατήρηση μιας δύσκολης αλλά απαραίτητης συνεργασίας. Η Τουρκία, άλλωστε, διαθέτει στρατηγικά πλεονεκτήματα που την καθιστούν σχεδόν αναντικατάστατη: ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου, αποτελεί βασική χώρα διέλευσης ενεργειακών αγωγών και διαθέτει στρατιωτική ισχύ που ενισχύει τη βαρύτητά της σε κάθε διαπραγμάτευση. Παράλληλα, διατηρείται το casus belli εναντίον της Ελλάδας για τα χωρικά ύδατα στο Αιγαίο, παρά το γεγονός ότι αμφότερα κράτη είναι μέλη της συμμαχίας του ΝΑΤΟ, το οποίο προτιμά να παίρνει μία ουδέτερη στάση, αποφεύγοντας τις παρεμβάσεις.
Η ελληνική θέση
Η ελληνική πλευρά παρακολουθεί αυτές τις εξελίξεις με ανησυχία. Η Αθήνα διαπιστώνει ότι η στρατηγική ανοχή που απολαμβάνει η Άγκυρα από τη Δύση μπορεί να ενισχύσει τις επιθετικές της διαθέσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Οι συχνές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου, η αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και η εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού δημιουργούν ένα πλαίσιο ανασφάλειας, στο οποίο η Ελλάδα αισθάνεται συχνά ότι μένει μόνη απέναντι σε μια χώρα που αξιοποιεί την ισχύ της χωρίς ουσιαστικό κόστος.
Η περίοδος σχετικής ηρεμίας των τελευταίων ετών φαίνεται να πλησιάζει στο τέλος της, καθώς η αναθεώρηση του τουρκολιβυκού μνημονίου από την Ανατολική Λιβύη, σε συνδυασμό με την προώθηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου, επαναφέρουν την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Σε μια συγκυρία όπου η διεθνής προσοχή είναι στραμμένη κυρίως στον πόλεμο στην Ουκρανία και την κρίση στη Γάζα, και ενώ ο αμερικανικός παράγοντας δείχνει τάσεις αποστασιοποίησης από τα ευρωπαϊκά ζητήματα, η ελληνική διπλωματία ενδέχεται να κληθεί να επαναξιολογήσει και να προσαρμόσει κρίσιμες πτυχές της στρατηγικής της.
Ο στόχος δεν μπορεί παρά να είναι η διατήρηση της σταθερότητας, ο περιορισμός των εντάσεων και -το κυριότερο- η αποφυγή ενός θερμού επεισοδίου, σε μια εξαιρετικά ρευστή και απρόβλεπτη γεωπολιτική πραγματικότητα.



