Όπως αναφέραμε με αφορμή την έπετειο της γερμανικής επανένωσης η AfD θεωρούνταν για αρκετό καιρό πρόβλημα της Ανατολής. Η συγκεκριμένη οπτική, η οποία είναι εθνοκεντρική υπό γερμανική έννοια, έχει διαψευστεί στην πράξη, καθώς πλέον το ακροδεξιό νεοναζιστικών αποχρώσεων μόρφωμα αυξάνει την επιρροή του δυτικά. Απλά στην Αν. Γερμανία οι άνθρωποι φαίνεται να είναι πιο ευάλωτοι ως έναν βαθμό σε αυταρχικές τάσεις λόγω του γεγονότος ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχει κοινωνικοποιηθεί στα πλαίσια του αυταρχικού καθεστώτος της Λαοκρατικής Γερμανίας.
Στην πραγματικότητα οι λόγοι που οδηγούν σε άνοδο της AfD και γενικότερα στα ακραία μορφώματα στον κόσμο είναι πολυπαραγοντικοί και έχουν να κάνουν με τις πολλαπλές κρίσεις και τις ταχείες εξελίξεις. Η εισβολή της τεχνολογίας και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην καθημερινότητα, το κόστος της απαραίτητης ενεργειακής μετάβασης, η αδυναμία των κυβερνήσεων να βρουν πειστικές απαντήσεις στις οικονομικές προκλήσεις της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης οδηγούν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας προς τους ακραίους.
Το Μεταναστευτικό και οι χειρισμοί των Χριστιανοδημοκρατών
Μεγάλη μερίδα Χριστιανοδημοκράτων υποστήριζε και εξακολουθεί να πιστεύει ότι η άνοδος της AfD οφείλονταν κυρίως στην φιλελεύθερη μεταναστευτική/προσφυγική πολιτική της Άνγκελα Μέρκελ το 2015, καθώς τότε σημειώθηκε η έκρηξη του κόμματος από 3% σε ομοσπονδιακό επίπεδο στο 10%. Ασφαλώς και προέκυψε διαχειριστικό ζήτημα, το οποίο ωστόσο ήταν πιο πολύ δομικής φύσης. Ελλιπής ήταν επίσης η στήριξη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στους δήμους που σήκωσαν το μεγαλύτερο βάρος της ένταξης αυτών των ανθρώπων.
Υπάρχει όμως και το εξής στοιχείο: Οι περισσότεροι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε δυτικές περιοχές και όχι σε εκείνες της Ανατολικής Γερμανίας, όπου «χτίστηκαν» τα πρώτα μεγάλα εκλογικά κάστρα των ακραίων. Εδώ επιβεβαιώνεται η ευαλωτότητα ενός μέρους της Αν. Γερμανίας στον αυταρχισμό: Υπήρχαν παραπάνω ξενοφοβικά κρούσματα και μη ανοχής των μεταναστών, πιθανότατα επειδή δεν οι άνθρωποι εκεί δεν έχουν κοινωνικοποιηθεί σε ένα πλουραλιστικό πλαίσιο, όπου το διαφορετικό είναι αποδεκτό και ανεκτό. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός δεν επεδίωξε ποτέ την ισότητα, αλλά επιχείρησε να τους κάνει όλους ίδιους. Και τις συνέπειες αυτής της πολιτικής την βιώνει μέχρι και σήμερα η Αν. Γερμανία.
Προφανώς το μεταναστευτικό/προσφυγικό αύξησε την επιρροή των ακραίων και στη Δυτική Γερμανία. Και πράγματι υπάρχουν ζητήματα ομαλής ενσωμάτωσης. Ωστόσο σε όλες τις μεγάλες κρίσεις οι μετανάστες καταλήγουν να είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος. Το είδαμε και στην Ελλάδα της κρίσης: Καταλήξαμε να συζητάμε για το αν οι μετανάστες παίρνουν τους δουλειές από τους Έλληνες, αντί να λύσουμε τα αίτια της κρίσης με αποτέλεσμα η Χρυσή Αυγή να ρυθμίζει την ατζέντα του δημοσίου διαλόγου, ειδικά στις εκλογές του 2012. Την στιγμή μάλιστα που η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας από το 1990 κι έπειτα οφείλονταν στα φτηνά εργατικά χέρια των μεταναστών.
Κάτι παρόμοιο συνέβη στη Γερμανία, τόσο στις εκλογές του 2017 όσο και πιο έντονα σε εκείνες του 2025. Από την άλλη, σε εκείνες του 2021 δεν επιτράπηκε στην AfD να θέσει την ατζέντα της στον δημόσιο λόγο, με αποτέλεσμα να υποχωρήσει μάλιστα κατά 2%. Η άνοδος που προέκυψε στη συνέχεια οφείλονταν στην ακρίβεια, τη δυσλειτουργία της συγκυβέρνησης του φαναριού, τον πόλεμο στην Ουκρανία, την πανδημική κρίση και την εργαλειοποίηση των μέσων κοινωνικών δικτύωσης. Επιπλέον, ο ηγέτης των Χριστιανοδημοκρατών Φρίντριχ Μερτς υιοθέτησε την αντιμεταναστευτική της ρητορική εκτιμώντας πως με αυτόν τον τρόπο θα κερδίσει πίσω ψηφοφόρους της Χριστιανικής Ένωσης που πήγαν δεξιότερα.
Ο Μερτς «κάρφωσε» τη Μέρκελ αλλά τα αποτελέσματα δεν τον δικαίωσαν
Αυτή η λεπτομέρεια έχει ένα ενδιαφέρον. Όταν ο Μερτς πρωτοδιεκδίκησε ανεπιτυχώς το 2018 την προεδρία της Χριστιναικής Ένωσης είχε υποσχεθεί ότι η AfD θα περιοριστεί στο μισό υπό την ηγεσία του. Τελικά, επί προεδρίας του τα ποσοστά της διπλασιάστηκαν. Κατηγορούσε την Άνγκελα Μέρκελ ότι απομάκρυνε τους Χριστιανοδημοκράτες από τις ρίζες τους. Ωστόσο το ποσοστό που πέτυχε στις φετινές εκλογές, ήταν χειρότερο από εκείνο πετύχαινε η Μέρκελ την περίοδο 2005-2017.
Γενικότερα η προσέγγιση του Μερτς στο AfD ήταν προβληματική από πολλές απόψεις. Παρέβλεπε για παράδειγμα το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός ψηφοφόρων της AfD δεν προερχόταν μόνο από το CDU αλλά και από τους Σοσιαλδημοκράτες ή τους Αριστερούς. Επιπλέον αποφάσισε, στον απόηχο των τρομοκρατικών χτυπημάτων κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα να προβάλλει έντονη αντιμεταναστευτική ρητορική, ψηφίζοντας ακόμη και από κοινού με τους ακραίους στη Βουλή σχετικά ψηφίσματα, προκαλώντας ένταση στο πολιτικό σκηνικό.
Εν τέλει στις εκλογές δεν έγινε καν κουβέντα για τη μετανάστευση, αλλά για την εγκληματικότητα που ταυτίστηκε (κακώς) με τους αλλοδαπούς. Αυτή η ταύτιση δεν επαληθεύεται από έρευνες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μία μέτρηση του ινστιτούτου ifo, που θεωρείται φιλικό στην ελεύθερη αγορά και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αριστερίστικο. Σύμφωνα με την έρευνα, ο ισχυρισμός ότι οι μετανάστες αυξάνουν την εγκληματικότητα είναι αβάσιμος. Το ινστιτούτο υπογραμμίζει ακόμη την ανάγκη ομαλής ένταξης των μεταναστών μέσω εργασίας.
Ως εκ τούτου η στροφή Μερτς στην αντιμεταναστευτική ρητορική όχι μόνο επέτρεψε στην AfD να επικρατήσει η ατζέντα της, αλλά δεν απέφερε και κανένα όφελος στους κεντροδεξιούς τους Μερτς, που έμειναν κάτω του 30%. Η στάση αυτή του Μερτς απέναντι στο AfD δυσκολεύει τελικά ακόμη και σήμερα τη συγκυβέρνησή του με τους Σοσιαλδημοκράτες, ορισμένοι από αυτούς αδυνατούν να του συγχωρήσουν τη στάση του όταν ήταν ακόμη στην αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση Σολτς.
Ζημιογόνο αποδείχτηκε επίσης το γεγονός ότι άφησε τα στελέχη του να επιτίθενται με σφοδρότητα στο κόμμα των Πρασίνων, από το οποίο εξάλλου εξαρτάται εφόσον χρειαστεί πλειοψηφία 2/3. Έτσι δόθηκε η εντύπωση ότι οι Πράσινοι, ένα δημοκρατικό κόμμα που έχει αποδείξει ότι μπορεί να υιοθετήσει θέσεις πραγματισμού, που συγκυβερνά σε ορισμένα κρατίδια με τους Χριστιανοδημοκράτες, είναι ο βασικός αντίπαλος και όχι οι ακραίοι. Κι αυτό είναι αντιφατικό καθώς ορισμένα προβεβλημένα στελέχη της AfD έχουν δηλώσει δημόσια ότι στόχος είναι η «καταστροφή του CDU». Στο τέλος, ο Μερτς αναγκάστηκε να υιοθετήσει στα πλαίσια μεταρρύθμισης του «φρένου» απαιτήσεις των Πρασίνων.
Η ευρωπαϊκή τάση και η γερμανική ιδιαιτερότητα
Η Γερμανία δεν θα ήταν πάντως η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που το παραδοσιακό συντηρητικό θα στριμωχνόταν από ένα πιο δεξιό-ακραίο. Σύμφωνα με ανάλυση της Panorama για τον τηλεοπτικό σταθμό ARD, υπάρχουν ήδη 13 ευρωπαϊκά κράτη που έχει συμβεί αυτό. Το ζήτημα είναι ότι η Γερμανία έχει βεβαρημένο ιστορικό παρελθόν λόγω των ναζιστικών θηριωδιών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ δεν είναι τυχαίο πώς ακόμη και ακροδεξιά σχήματα όπως εκείνο της Λεπέν ή της Μελόνι αποστασιοποιούνται από αυτό (δεν ισχύει πάντως το ίδιο για τον Αμερικανό Αντιπρόεδρο Τζ. Ντ. Βανς και τον ΥΠΕΞ των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο).
Σε αναζήτηση νέου αφηγήματος οι Σοσιαλδημοκράτες
Από την άλλη, οι Σοσιαλδημοκράτες καλούνται να διαχειριστούν άλλα ζητήματα που οδηγούν ψηφοφόρους τους στο AfD. Πανευρωπαϊκά η Σοσιαλδημοκρατία δεν έχει καταφέρει να βρει απαντήσεις στην παγκοσμιοποίηση και εξακολουθεί να σκέφτεται σε εθνοκρατικά πλαίσια. Όταν συγκρούονται στην πράξη οι παγκόσμιες οικονομικές τάσεις με την εσωτερική αναδιανομή του πλούτου φαίνονται απαθείς, καθώς οι πρώτες υπερισχύουν της δεύτερης.
Επιπλέον η παγκοσμιοποίηση έχει αλλάξει τους όρους για την εργατική τάξη. Εκείνη αναζητά περισσότερο προστατευτισμό και νομίζουν ότι η AfD θα τους τον προσφέρει. Ταυτίζονται με εκείνους περισσότερο κι αυτό φαίνεται από τη σημερινή ομοσπονδιακή Βουλή. Το 87,5% των βουλευτών του SPD έχει ακαδημαϊκό υπόβαθρο, δεν μπορεί δηλαδή να θεωρηθεί κλασικό εργατικό. Ταυτόχρονα, το ποσοστό βουλευτών στην κοινοβουλευτική ομάδα της AfD με ακαδημαϊκό υπόβαθρο είναι μόλις στο 61%. Ως εκ τούτου, φαίνεται η AfD να αποκτά μέσω των εκπροσώπων της καλύτερη πρόσβαση σε αυτό το κοινό που χαρακτηρίζουμε ως εργατική τάξη.
Να σημειωθεί ακόμη ότι σύμφωνα με την infratest dimap υπολογίζεται ότι 720.000 ψηφοφόροι των Σοσιαλδημοκρατών πήγαν προς τους ακραίους.
Δύο κόμματα παγιδευμένα στο παρελθόν
Γενικότερα τα δύο άλλοτε μεγάλα παραδοσιακά κόμματα της Γερμανίας λειτουργούν σαν να αναπολούν τις ένδοξες στιγμές του παρελθόντος. Ωστόσο οι εποχές αλλάζουν και αν δεν προσαρμοστούν τα κόμματα θα χαθούν. Οι Χριστιανοδημοκράτες είχαν τη βάση τους στις εκκλησίες, μόνο που οι νεότερες γενιές δεν αισθάνονται πλέον τόσο συνδεδεμένες με τη θρησκεία. Οι Σοσιαλδημοκράτες στηρίζονταν στις συνδικαλιστικές οργανώσεις που έχουν μεν επιρροή ακόμη, αλλά σαφώς πιο περιορισμένη σε σχέση με το παρελθόν, ενώ παράλληλα η εργασία αλλάζει ριζικά. Δυσκολεύονται ωστόσο να βρουν νέα ατζέντα.
Πολλές φορές γίνεται λόγος για έλλειμμα ηγεσίας. Γίνονται συγκρίσεις με τον Βίλυ Μπραντ και με τον Χέλμουτ Σμιτ. Πράγματι, ήταν μεγάλες προσωπικότητες. Μόνο που οι θέσεις που εξέφραζαν τότε, με τα σημερινά δεδομένα θα θεωρούνταν ξεπερασμένες, ενδεχομένως ακόμη και … αντι-woke. Επομένως το ζήτημα της κρίσης του SPD δεν μπορεί να περιοριστεί σε ζητήματα ηγεσίας. Απαιτείται αντιθέτως μία ευρύτερη ανάλυση για τους στόχους του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος την τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα.
Καλώς η κακώς οι εποχές που τα δύο μεγάλα κόμματα παίρναν με άνεση 40% ανήκουν στο παρελθόν, καθώς οι εκλογές χαρακτηρίζονται πλέον από πολύ μεγαλύτερη μεταβλητότητα, η οποία συνδέεται μεταξύ άλλων με τα νέα μέσα επικοινωνίας. Αυτό θα χρειαστεί να το αποδεχθούν και τα δύο κόμματα, τα οποία θα πρέπει να δείξουν μεγαλύτερη ευελιξία για συνεργασίες εντός του δημοκρατικού και συνταγματικού τόξου στο μέλλον.
Η κανονικοποίηση της βίας
Από εκεί και πέρα η γερμανική δημοκρατία βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή σε μία από τις πιο επικίνδυνες γεωπολιτικά εποχές μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αλλά και στο εσωτερικό η κατάσταση είναι επικίνδυνη: Όλο και λιγότεροι πολίτες συμμετέχουν ενεργά στους φορείς αυτοδιοίκησης, τη βάση μίας δημοκρατίας, είτε επειδή δεν στηρίζονται επαρκώς από το Βερολίνο είτε λόγω απειλών από ακραίες ομάδες. Ακόμη και προβεβλημένα στελέχη έχουν αποχωρήσει λόγω των επιθέσεων που δέχονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Αποκαλυπτικά είναι επίσης τα στοιχεία που δημοσίευσε για τον Μάιο η Γερμανική Αστυνομία: Το 2024 καταγράφηκαν 42.788 αξιόποινες πράξεις ακροδεξιού κινήτρου, ήτοι άνοδος 47,83% (!) σε σύγκριση με το 2023. Το 2014 ήταν 17.020. Στο σύνολό των πολιτικά αξιόποινων πράξεων, αυτές ανεβαίνουν σταθερά από το 2020 που ήταν 44.692 σε 84.172 πέρυσι. Με βάση τη χρονολογία προκύπτει ότι οι συνθήκες της πρωτόγνωρης πανδημικής κρίσης άφησαν πληγές που θα πρέπει να συζητηθούν κάποια στιγμή. Υπάρχει δηλαδή μία τάση κανονικοποίησης της βίας στην δημόσια σφαίρα κι αυτό θα πρέπει να ανησυχήσει όλα τα δημοκρατικά κόμματα από την δημοκρατική δεξιά έως και την ριζοσπαστική αριστερά.
Η ευκαιρία του Μερτς να αλλάξει το παιχνίδι
Συνεπώς, η άνοδος της επιβεβαιωμένα εξτρεμιστικής AfD συνδέεται με πολυπαραγοντικές εξηγήσεις. Από αστοχίες των παραδοσιακών συντηρητικών, την αδυναμία των Σοσιαλδημοκρατών να βρουν ένα νέο πειστικό αφήγημα, έως και τις πολλαπλές γεωπολιτικές αναταραχές, την επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που επηρεάζουν τους όρους επικοινωνίας και άλλα πολλά.
Ωστόσο, η σημερινή κυβέρνηση του Μερτς έχει μία μεγάλη ευκαιρία να αλλάξει τα δεδομένα, καθώς σε αντίθεση με τις προηγούμενες κυβερνήσεις δεν δεσμεύεται από το φρένο χρέους στον ίδιο βαθμό. Μένει να φανεί αν θα μπορέσει με αυτό το εργαλείο να στριμώξει εκλογικά τους ακραίους. Αν δεν το καταφέρει οι παραδοσιακοί πολιτικοί παίχτες της Γερμανίας κινδυνεύουν να τεθούν στο περιθώριο, μία εξέλιξη άκρως επικίνδυνη με συνέπειες στη δομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνολικά.





