Το έργο ResourceEU, το οποίο είχε επισημάνει η Πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν σε ομιλία της στο Βερολίνο τον Οκτώβριο, θα επιδιώξει να μειώσει τους κινδύνους και να διαφοροποιήσει τις ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού για βασικά εμπορεύματα, όπως οι σπάνιες γαίες. Οι πολύτιμες αυτές ύλες τροφοδοτούν τα πάντα, -από την αυτοκινητοβιομηχανία, μέχρι αμυντικούς εξοπλισμούς- με την Κίνα να ευθύνεται για το 70% περίπου της παγκόσμιας παραγωγής πέρυσι.
Σύμφωνα με προσχέδιο του εν λόγω έργου που είδε το Bloomberg, η ΕΕ θα δαπανήσει τουλάχιστον 3 δισεκατομμύρια ευρώ το επόμενο έτος στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει κρίσιμες πρώτες ύλες.
Αυτό θα συνοδευτεί από δεσμεύσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των κρατών-μελών να παράσχουν χρηματοδοτική στήριξη για τέσσερα έργα, μεταξύ των οποίων ένα ορυχείο στη Γροιλανδία και μια επιχείρηση εξόρυξης λιθίου στην Τσεχία. Κεντρικός πυλώνας του σχεδίου είναι ένα Ευρωπαϊκό Κέντρο Κρίσιμων Πρώτων Υλών, το οποίο θα επιβλέπει και θα καθοδηγεί τις επενδύσεις, θα βοηθά στη δημιουργία αποθεμάτων και θα συντονίζει κοινές αγορές. Η Κομισιόν θα εκδώσει επίσης νέες οδηγίες στις αρχές του επόμενου έτους σχετικά με τις αδειοδοτήσεις, ώστε να επιταχυνθεί η περιβαλλοντική συμμόρφωση.
Επισημαίνεται ότι η παρουσίαση του σχεδίου, το οποίο βασίζεται στον περσινό Κανονισμό για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες, έχει επικαιροποιηθεί.
Υπενθυμίζεται ότι, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν αναχωρεί σήμερα από το Παρίσι για την τέταρτη κρατική επίσκεψή του στην Κίνα. Θα επιδιώξει να εξομαλύνει τις σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και της κυβέρνησης του Πεκίνου, οι οποίες είναι τεταμένες τους τελευταίους μήνες μετά την απόφαση της Κίνας να περιορίσει τις εξαγωγές σπάνιων γαιών.
Η Κίνα από την πλευρά της είχε επίσης επιβάλει προσωρινή απαγόρευση αποστολών ημιαγωγών απαραίτητων για κατασκευαστές αυτοκινήτων, που παράγονταν στην Κίνα από την εταιρεία ημιαγωγών Nexperia, που είχε ως έδρα την Ολλανδία.
Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ξυπνούν καθυστερημένα μπροστά στο μέγεθος της εξάρτησής τους από την Κίνα και το να καλυφθεί αυτό το χαμένο έδαφος είναι κρίσιμης σημασίας.
Ωστόσο, όπως αναφέρουν σήμερα οι Laura Alviz και Jenny Leonard του Bloomberg, οι αμερικανικές εταιρείες εξασφαλίζουν σπάνιες γαίες με ταχύτερο ρυθμό από τις ευρωπαϊκές, αξιοποιώντας το μέγεθος και τη χρηματοδοτική ισχύ τους.
Ένα ζήτημα είναι ότι οι ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες προσπαθούν να αγοράζουν σπάνιες γαίες απευθείας, χωρίς συντονισμό με τους προμηθευτές και με ελάχιστη κρατική στήριξη.
Καθώς η ΕΕ προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα ανταγωνιστικότητάς της και να ενισχύσει τις αμυντικές επενδύσεις, το να διατηρήσει τον ρυθμό της στον παγκόσμιο αγώνα για πολύτιμες πρώτες ύλες μοιάζει ολοένα και περισσότερο με υπαρξιακή αναγκαιότητα.






