Η πρόταση προβλέπει χρηματική στήριξη ύψους 90 δισ. ευρώ, με εγγύηση τα περίπου 210 δισ. ευρώ ρωσικών assets που έχουν δεσμευθεί μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Από αυτά, τα 193 δισ. ευρώ βρίσκονται στο αποθετήριο της Euroclear, με έδρα το Βέλγιο, γεγονός που εξηγεί τη σθεναρή αντίθεση της βελγικής κυβέρνησης.
Η κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων εγείρει σοβαρούς νομικούς κινδύνους, καθώς εκφράζονται φόβοι ότι θα μπορούσε να πληγεί η αξιοπιστία της Ευρωζώνης και του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ενδεικτικό είναι ότι την Τετάρτη (17/12) ο οίκος Fitch έθεσε τη Euroclear σε καθεστώς επιτήρησης για πιθανή υποβάθμιση.
Στο πλευρό του Βελγίου τάσσονται η Ιταλία, η Βουλγαρία και η Μάλτα. Αντίθετα, υπέρ της αξιοποίησης των ρωσικών assets έχουν ταχθεί η Γερμανία, η Ολλανδία, η Ιρλανδία, η Δανία, η Σουηδία, η Φινλανδία και τα κράτη της Ιβηρικής Χερσονήσου, με την ελληνική κυβέρνηση να ευθυγραμμίζεται με αυτή τη γραμμή. Η εναλλακτική πρόταση των «αντιρρησιών» για έκδοση κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού απορρίφθηκε από το Βερολίνο.
Υπενθυμίζεται ότι η Μόσχα έχει καταφύγει κατά της Euroclear σε ρωσικό δικαστήριο και απειλεί με συνέπειες σε περίπτωση που οι Ευρωπαίοι προχωρήσουν με την κατάσχεση.
«Τώρα έχουμε μια απλή επιλογή: είτε χρήματα σήμερα είτε αίμα αύριο», δήλωσε χαρακτηριστικά ο πρωθυπουργός της Πολωνίας Ντόναλντ Τουσκ προσερχόμενος στη Σύνοδο. «Και δεν μιλάω μόνο για την Ουκρανία, μιλάω για την Ευρώπη. Είναι μια απόφαση αποκλειστικά δική μας και όλοι οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει επιτέλους να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων», πρόσθεσε.
Από την πλευρά του, ο Βέλγος πρωθυπουργός Μπαρτ ντε Βέβερ εμφανίστηκε επιφυλακτικός, δηλώνοντας ότι «οι προτάσεις αλλάζουν ακόμη και την ώρα που μιλάμε» και ότι δεν μπορεί να προβλέψει την έκβαση των διαπραγματεύσεων. «Δεν έχω δει έως στιγμής κείμενο στο οποίο το Βέλγιο θα μπορούσε να συμφωνήσει», ξεκαθάρισε.
Όπως τόνισε, το Βέλγιο απαιτεί το ρίσκο της πρότασης να επιμεριστεί σε ολόκληρη την ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων και των χωρών εκτός Ευρωζώνης. «Άλλες χώρες πρέπει να αναλάβουν την ίδια ευθύνη που αναλαμβάνει το Βέλγιο», υπογράμμισε.
Σε γενικές γραμμές, η Σύνοδος δοκιμάζει για ακόμη μία φορά τη συνοχή και την αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς στο τραπέζι βρίσκεται και ο κίνδυνος κατάρρευσης ή αναβολής της επικύρωσης της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου με τις χώρες της Mercosur.





