Η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, σύμφωνα με τον τεχνολογικό αναλυτή και επικεφαλής της Wedbush Securities Νταν Άιβς, καθώς καλείται είτε να παραμείνει προσηλωμένη στους κλιματικούς της στόχους, είτε να αγωνιστεί προκειμένου να γίνει πιο ανταγωνιστική στην παγκόσμια κούρσα της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Ήρθε η στιγμή η Ευρώπη να επιλέξει προς τα πού θα κινηθεί, τόνισε ο Νταν Άιβς μιλώντας στο CNBC, καθιστώντας σαφές ότι η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με το δίλημμα εάν θα «παίξει ρόλο στο μέλλον» ή θα ρισκάρει να μην ακολουθήσει στο «τεχνολογικό κύμα».
Σημείωσε, δε, ότι το δίλημμα γίνεται πιο σύνθετο λόγω των δεσμεύσεων του μπλοκ για την πράσινη ενέργεια, κάτι που βάζει εμπόδια στην ανάπτυξη της ΤΝ, τη στιγμή που στις ΗΠΑ η «εξίσωση» αυτή έχει λυθεί με την επαναφορά μονάδων ορυκτών καυσίμων, προκειμένου να καλυφθούν οι πολλαπλές ανάγκες. Η Ευρώπη, όμως, απαιτεί – όπως τονίζει ο ίδιος – από τις εταιρείες να εφαρμόζουν μέτρα ενεργειακής και υδατικής αποδοτικότητας, αυξάνοντας τη γραφειοκρατία, κάτι που μπορεί να καθυστερήσει την έναρξη των έργων.
Η ήπειρος θεωρείται «αντι-επιχειρηματική», σύμφωνα με τον Άιβς, γεγονός που ωθεί ευρωπαϊκές τεχνολογικές εταιρείες και startups να μετακινούνται στις ΗΠΑ, τη Μέση Ανατολή ή την Ασία, αναζητώντας πιο ευνοϊκά κανονιστικά πλαίσια.
Ο επερχόμενος φόρος άνθρακα έχει συγκεντρώσει το ενδιαφέρον και από πολλούς θεωρείται ως ένα θετικό μέτρο. Ωστόσο, υπάρχουν κι εκείνοι που τον βλέπουν ως ένα ακόμη μέτρο κατά της επιχειρηματικότητας. Το ίδιο ισχύει για τους περιορισμούς που θέτει η Ένωση στις ενεργοβόρες υποδομές, καθώς η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια ολοένα και αυξάνεται, εντείνοντας και τους φόβους πως οι ΑΠΕ δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες ανάγκες, ακόμη κι αν έχουν σχεδιαστεί προκειμένου να αντικαταστήσουν τις πιο ρυπογόνες μορφές παραγωγής.
Υποβάθμιση της κλιματικής ατζέντας
«Στο Ηνωμένο Βασίλειο βλέπουμε ήδη μια υπαναχώρηση από ορισμένες δεσμεύσεις», δήλωσε στο CNBC ο Πολ Τζάκσον, περιφερειακός στρατηγικός αναλυτής της Invesco, προσθέτοντας ότι πιθανότατα και η υπόλοιπη Ευρώπη θα ακολουθήσει.
Και πράγματι, ήδη μέσα στο 2025 η Ευρώπη έχει χαλαρώσει αρκετές περιβαλλοντικές δεσμεύσεις.
Για παράδειγμα, στις 16 Δεκεμβρίου, η ΕΕ αποδυνάμωσε ουσιαστικά την απαγόρευση πώλησης νέων αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης από το 2035. Λίγο νωρίτερα, στις 9 Δεκεμβρίου, το μπλοκ ενέκρινε επίσης ετήσια καθυστέρηση στην εφαρμογή του νέου συστήματος εμπορίας ρύπων για κτίρια, οδικές μεταφορές και μικρές βιομηχανίες, ενώ ταυτόχρονα δεσμεύτηκε για μείωση εκπομπών κατά 90% έως το 2040.
Όπως εξήγησε ο Τζάκσον, όταν οι οικονομικές συνθήκες είναι ευνοϊκές, είναι πιο εύκολο να πειστούν πολίτες, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις να προχωρήσουν σε μέτρα για την κλιματική αλλαγή, αποδεχόμενοι και το σχετικό κόστος. Όταν όμως οι συνθήκες δυσκολεύουν και τα συμφέροντα συγκρούονται, η υποβάθμιση της κλιματικής ατζέντας είναι από τις πιο εύκολες πολιτικές επιλογές.
Το ηλεκτρικό δίκτυο του Ηνωμένου Βασιλείου δεν χρησιμοποιεί πλέον άνθρακα, που είναι σαφώς πιο ρυπογόνος από το φυσικό αέριο, ενώ από την άλλη το ευρωπαϊκό δίκτυο δεν έχει απεξαρτηθεί πλήρως από αυτόν, εξηγεί ο Τζάκσον.
Ωστόσο, η σταδιακή απόσυρση των ορυκτών καυσίμων καθώς εντάσσονται οι ανανεώσιμες πηγές λειτουργεί μόνο όταν η ζήτηση ενέργειας παραμένει σταθερή, κάτι που πλέον δεν ισχύει. Τα κέντρα δεδομένων απαιτούν συνεχή παροχή ρεύματος, γεγονός που καθιστά προβληματική τη διαλείπουσα φύση της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας.
«Σε επίπεδο ηλεκτρικής ενέργειας, ίσως να μην μπορούμε να αντέξουμε το κλείσιμο των ανθρακικών μονάδων, κάτι που θα αποτελέσει μεγάλο πονοκέφαλο για την ενεργειακή μετάβαση και την ενεργειακή ασφάλεια», σημείωσε ο Τζαγκς Γουάλια, επικεφαλής παγκόσμιων εισηγμένων υποδομών στη Van Lanschot Kempen.
Μια «ρεαλιστική» προσέγγιση
Ορισμένοι υποδέχθηκαν τις κινήσεις της ΕΕ για «χαλάρωση» κάποιων από τους περιβαλλοντικούς της στόχους ως αναγκαίο ρεαλισμό και όχι ως οπισθοχώρηση.
«Βρισκόμαστε συνεχώς στο όριο του να γίνει τόσο μη ελκυστική η παρουσία στην Ευρώπη, που να μην έχει πλέον νόημα», δήλωσε ο Νικ ντε λα Φορζ, συμμέτοχος στο Planet A Ventures. «Από την άλλη, μεγάλο μέρος της ρύθμισης είναι απολύτως αναγκαίο. Και ευτυχώς, αυτό που βλέπουμε είναι μια αρκετά υγιής αναθεώρηση», προσέθεσε.
Η αναμόρφωση κανονισμών, όπως ο κανονισμός για τη γνωστοποίηση βιώσιμων χρηματοοικονομικών πληροφοριών (SFDR), που βρίσκεται υπό επανεξέταση, θεωρείται «αρκετά πραγματιστική» και, σύμφωνα με τον ίδιο, βελτιωτική.
Οι υποστηρικτές της AI, από την άλλη, προβάλλουν τη δυνατότητά της να αυξήσει την αποδοτικότητα των ενεργειακών συστημάτων και να ενισχύσει τη βιωσιμότητα, παρουσιάζοντάς την ταυτόχρονα ως πρόβλημα αλλά και ως λύση για τις αυξανόμενες πιέσεις στα δίκτυα.
«Καθώς η AI εξελίσσεται ραγδαία, το δυναμικό της να ενισχύσει την ενεργειακή ανθεκτικότητα της Ευρώπης και να επιταχύνει την καθαρή μετάβαση γίνεται όλο και πιο σαφές», δήλωσε εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο CNBC. «Ταυτόχρονα, οι αυξανόμενες ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια απαιτούν έξυπνο και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό».
Η Επιτροπή δεν απάντησε ευθέως σε ερωτήσεις σχετικά με ενδεχόμενη υποχώρηση της περιβαλλοντικής νομοθεσίας λόγω της ώθησης προς την AI ή για το πώς θα επιτευχθεί ο νέος δεσμευτικός στόχος. Αντ’ αυτού, παρέπεμψε στη χάραξη οδικού χάρτη για τη χρήση της AI στον ενεργειακό τομέα, στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής «Apply AI».
«Είμαστε λίγο-πολύ χαμένοι»
Εάν οι νομοθέτες διατηρήσουν αυστηρές τις απαιτήσεις βιωσιμότητας, οι εταιρείες που αναπτύσσουν υποδομές AI ενδέχεται να αντισταθμίσουν τις εκπομπές τους μέσω πιστώσεων άνθρακα ή πιστοποιητικών ανανεώσιμης ενέργειας. Κάθε πίστωση αντιστοιχεί στην αφαίρεση ή την αποτροπή ενός μετρικού τόνου διοξειδίου του άνθρακα.
Οι μεγάλοι πάροχοι AI «διατηρούν τους επίσημους στόχους απανθρακοποίησης», αλλά στρέφονται σε τέτοιες λύσεις, σύμφωνα με τον Τζιμ Ράιτ της Premier Miton. «Στην πράξη θα χρησιμοποιήσουν φυσικό αέριο και ίσως ακόμη και άνθρακα», σημείωσε.
Αυτή η πραγματικότητα αναγνωρίστηκε και στη συμφωνία της ΕΕ στις 9 Δεκεμβρίου, η οποία περιλαμβάνει τη χρήση πιστώσεων απορρόφησης άνθρακα για την επίτευξη του νέου στόχου. Συνολικά, έχει διαμορφωθεί μια εποχή «προσθήκης ενέργειας» αντί για μετάβαση — μια δυναμική που χαιρετίζουν και οι επικεφαλής πετρελαϊκών εταιρειών — καθώς η ζήτηση ενέργειας λόγω AI ξεπερνά την προσφορά από καθαρές πηγές.
Το ζήτημα αφορά και την ενεργειακή ασφάλεια, όχι μόνο την επάρκεια. Η κούρσα των κέντρων δεδομένων και της AI «ασκεί τεράστια πίεση στις ενεργειακές μας υποδομές», είπε ο Τζάκσον, προειδοποιώντας ότι μπορεί να αυξήσει τη μεταβλητότητα των τιμών και να οδηγήσει ακόμη και σε δελτίο ενέργειας.
Η κλιματική αλλαγή παραμένει ένας σοβαρός κίνδυνος για τις υποδομές και τις επιχειρήσεις. Για τον Κοκού Αγκμπό Μπλουά, επικεφαλής έρευνας της Société Générale, είναι «ο ελέφαντας στο δωμάτιο».
«Είμαστε λίγο-πολύ χαμένοι — και το λέω και κυριολεκτικά», είπε στο CNBC, αναφερόμενος στην πορεία προς αύξηση της θερμοκρασίας κατά 2,5 με 3 βαθμούς. «Οι πράσινες τεχνολογίες χρησιμοποιούνται για κέντρα δεδομένων αντί να αντικαθιστούν τα ορυκτά καύσιμα».
Παρά ταύτα, ενδέχεται να περάσουν χρόνια μέχρι να εγκαταλειφθούν επίσημα οι περιβαλλοντικοί στόχοι της Ευρώπης. «Συχνά, όταν οι χώρες σκοπεύουν να απομακρυνθούν από έναν στόχο βιωσιμότητας, το κάνουν την τελευταία στιγμή», κατέληξε ο Γουάλια.



