Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε το Σάββατο ότι προτίθεται να δώσει άδεια σε αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες να μεταβούν στη Βενεζουέλα για την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων αργού, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι το αμερικανικό πετρελαϊκό εμπάργκο παραμένει πλήρως σε ισχύ.
Σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε στη Φλόριντα, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι οι μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες των ΗΠΑ θα επενδύσουν δισεκατομμύρια δολάρια στη χώρα, με στόχο την αποκατάσταση των σοβαρά κατεστραμμένων υποδομών και τη δημιουργία εσόδων. Την ίδια στιγμή, επανέλαβε ότι «το εμπάργκο σε όλο το βενεζουελανό πετρέλαιο παραμένει πλήρως σε ισχύ».
Στρατιωτική επιχείρηση και σύλληψη Μαδούρο
Οι δηλώσεις Τραμπ έγιναν λίγες ώρες μετά τη στρατιωτική επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών στη Βενεζουέλα. Τη νύχτα της Παρασκευής προς το Σάββατο, αμερικανικά αεροσκάφη πραγματοποίησαν σειρά αεροπορικών επιθέσεων, ενώ ο πρόεδρος της χώρας, Νικολάς Μαδούρο, συνελήφθη και μεταφέρθηκε σε αμερικανικό έδαφος.
Ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγορεί τον Μαδούρο ότι ηγείται ενός εκτεταμένου δικτύου λαθρεμπορίου ναρκωτικών. Ο ίδιος ο Μαδούρο απορρίπτει τις κατηγορίες και υποστηρίζει ότι η Ουάσινγκτον επιχειρεί την ανατροπή του με στόχο την υφαρπαγή του πετρελαϊκού πλούτου της Βενεζουέλας.
Τα μεγαλύτερα αποθέματα στον κόσμο
Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως. Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, το 2023 στο υπέδαφός της βρίσκονταν περίπου 303 δισεκατομμύρια βαρέλια αργού, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων.
Παρά τον τεράστιο αυτό πλούτο, η χώρα δεν συγκαταλέγεται πλέον στους κορυφαίους παραγωγούς. Με παραγωγή λίγο κάτω από το ένα εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως, σύμφωνα με τον ΟΠΕΚ, η Βενεζουέλα απέχει πολύ από τα επίπεδα άνω των τριών εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα που κατέγραφε στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Η πτώση αποδίδεται σε χρόνια κακοδιαχείριση, διαφθορά και υποεπένδυση.
Κυρώσεις, εμπάργκο και περιορισμένες εξαιρέσεις
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν οικονομικές κυρώσεις στη Βενεζουέλα από το 2017 και, τον Ιανουάριο του 2019, κατά την πρώτη θητεία Τραμπ, προχώρησαν σε πλήρες πετρελαϊκό εμπάργκο, με στόχο την οικονομική αποδυνάμωση μιας χώρας που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές αργού.
Στις αρχές της δεύτερης θητείας του, το 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ έθεσε τέλος στις ειδικές άδειες που επέτρεπαν σε πολυεθνικές εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου να δραστηριοποιούνται στη Βενεζουέλα παρά τις κυρώσεις. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε η αμερικανική Chevron, η οποία, ωστόσο, δεν έχει πλέον δικαίωμα να καταβάλλει χρήματα στην κυβέρνηση. Σε συνεργασία με τη δημόσια πετρελαϊκή εταιρεία PDVSA, η Chevron εκμεταλλεύεται τέσσερις πετρελαιοπηγές στη χώρα.
Παράλληλα, η Ουάσινγκτον έχει επιβάλει «πλήρη αποκλεισμό» στα πετρελαιοφόρα που βρίσκονται υπό κυρώσεις και κατευθύνονται προς ή αναχωρούν από τη Βενεζουέλα.
Μαύρη αγορά και χαμηλής ποιότητας αργό
Λόγω του εμπάργκο, το Καράκας αναγκάζεται να διαθέτει το πετρέλαιό του στη μαύρη αγορά, κυρίως προς την Ασία, με μεγάλες εκπτώσεις. Το βενεζουελανό αργό είναι χαμηλότερης ποιότητας και χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή ντίζελ ή υποπροϊόντων, όπως η άσφαλτος, και όχι για βενζίνη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, πάντως, διαθέτουν στις ακτές του Κόλπου του Μεξικού διυλιστήρια που έχουν κατασκευαστεί εδώ και δεκαετίες ειδικά για την επεξεργασία αυτού του τύπου πετρελαίου.
Σύμφωνα με τον αναλυτή του συμβουλευτικού ομίλου Schork Group, Στίβεν Σορκ, οι ΗΠΑ «τα καταφέρνουν πολύ καλά χωρίς το βενεζουελανό πετρέλαιο» και το ενδιαφέρον τους για αυτό φαίνεται να είναι περισσότερο πολιτικό παρά ενεργειακό.



