Θύμα είναι ο Άλεξ Πρέτι, 37 ετών, νοσηλευτής σε νοσοκομείο βετεράνων, ο οποίος πυροβολήθηκε θανάσιμα το Σάββατο (24/1) αφού περικυκλώθηκε από πράκτορες της Συνοριοφυλακής κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων ενάντια στην αυστηρή μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης. Βίντεο που κυκλοφόρησαν ευρέως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δείχνουν τον Πρέτι να ψεκάζεται με χημική ουσία και να ακινητοποιείται στο έδαφος, χωρίς να φαίνεται να κρατά όπλο τη στιγμή της επέμβασης.
Το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS) υποστήριξε ότι ο Πρέτι πλησίασε τους πράκτορες κρατώντας ημιαυτόματο πιστόλι 9 χιλιοστών, ενώ η αστυνομία της Μινεάπολης ανέφερε πως ήταν νόμιμος οπλοκάτοχος με άδεια οπλοφορίας. Παρά τα βίντεο, ο αναπληρωτής προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Στίβεν Μίλερ τον χαρακτήρισε «επίδοξο δολοφόνο», ενώ ο ίδιος ο Τραμπ άφησε αιχμές εναντίον του θύματος, λέγοντας πως «δεν παίζει καλά» το να εμφανίζεται κανείς σε διαδήλωση με γεμάτο όπλο.
Ωστόσο, η πολιτική πίεση δεν προέρχεται πλέον μόνο από την αντιπολίτευση. Η Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής της Αλάσκας Λίζα Μαρκόφσκι ζήτησε «ανεξάρτητη και συνολική έρευνα» για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών, τονίζοντας ότι «η οπλοκατοχή δεν δικαιολογεί τη δολοφονία Αμερικανού πολίτη από ομοσπονδιακούς πράκτορες», ιδίως όταν, όπως φαίνεται, είχε ήδη αφοπλιστεί, σύμφωνα με μετάδοση του TIME.
Ο γερουσιαστής της Λουιζιάνα Μπιλ Κάσιντι χαρακτήρισε το περιστατικό «εξαιρετικά ανησυχητικό» και προειδοποίησε ότι διακυβεύεται η αξιοπιστία της ICE και του DHS, ζητώντας κοινή ομοσπονδιακή και πολιτειακή έρευνα. Στο ίδιο μήκος κύματος, η γερουσιαστής του Μέιν και πρόεδρος της Επιτροπής Πιστώσεων Σούζαν Κόλινς έκανε λόγο για ανάγκη πλήρους διαλεύκανσης ώστε να διαπιστωθεί αν χρησιμοποιήθηκε υπερβολική βία, επισημαίνοντας την έλλειψη επαρκούς εκπαίδευσης και τη σημασία των καμερών σώματος.
Ο γερουσιαστής της Βόρειας Καρολίνας Τομ Τίλις, ο οποίος έχει έρθει επανειλημμένα σε σύγκρουση με τον Τραμπ, προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε απόπειρα πολιτικής συγκάλυψης πριν καν ξεκινήσει η έρευνα «αποτελεί προσβολή για το κράτος δικαίου και για την ίδια την προεδρική κληρονομιά του Τραμπ».
Ακόμη και Ρεπουμπλικανοί που στηρίζουν τη χρηματοδότηση της ICE, όπως ο γερουσιαστής της Νεμπράσκα Πιτ Ρίκετς και ο βουλευτής του Τέξας Μάικλ Μακόλ, ζήτησαν διαφάνεια και αποκλιμάκωση. Παράλληλα, Ρεπουμπλικανοί κυβερνήτες, όπως ο Κέβιν Στιτ της Οκλαχόμα και ο Φιλ Σκοτ του Βερμόντ, άσκησαν σκληρή κριτική, κάνοντας λόγο για αποτυχημένο συντονισμό, πολιτικοποίηση της μετανάστευσης και επικίνδυνη κλιμάκωση που κοστίζει ανθρώπινες ζωές.
Η υπόθεση της Μινεάπολης φαίνεται πλέον να εξελίσσεται σε σημείο καμπής, όχι μόνο για τη μεταναστευτική πολιτική των ΗΠΑ, αλλά και για τις εσωτερικές ισορροπίες στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, όπου η απόλυτη ταύτιση με τον Τραμπ αρχίζει εμφανώς να ραγίζει.





