Η «ώρα της Ευρώπης», κατά τον Στουρνάρα
Σε συνέντευξή του στο Politico, ο Γιάννης Στουρνάρας εμφανίζεται πεπεισμένος ότι οι συνθήκες ωρίμασαν. Υποστηρίζει ότι οι αλλεπάλληλες κρίσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας – από τη χρηματοπιστωτική κατάρρευση έως την πανδημία και τον πόλεμο – έχουν διογκώσει τα δημόσια χρέη των κρατών-μελών, περιορίζοντας τα περιθώρια εθνικής δημοσιονομικής δράσης. Χωρίς κοινό δανεισμό για τη χρηματοδότηση της άμυνας, της πράσινης μετάβασης και της καινοτομίας, η ΕΕ κινδυνεύει, κατά την άποψή του, να χάσει έδαφος στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Ο Έλληνας κεντρικός τραπεζίτης τονίζει ότι πλέον δεν είναι μόνος. Στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα φαίνεται να διαμορφώνεται ευρύτερη συναίνεση υπέρ της ανάγκης δημιουργίας ενός «κοινού ευρωπαϊκού, υψηλής ρευστότητας, ασφαλούς περιουσιακού στοιχείου αναφοράς» – δηλαδή ενός ευρωομολόγου. Όπως σημειώνει, ακόμη και η γερμανική κεντρική τράπεζα, παραδοσιακά επιφυλακτική, έχει μετακινηθεί προς πιο θετική στάση.
Κατά τον Γιάννη Στουρνάρα, το ισχυρότερο επιχείρημα δεν είναι πολιτικό αλλά οικονομικό: η έλλειψη επαρκών «ασφαλών» ευρωπαϊκών τίτλων οδηγεί σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων στο εξωτερικό. Η δημιουργία μιας βαθιάς και ρευστής αγοράς κοινού χρέους θα μπορούσε να ενισχύσει τον διεθνή ρόλο του ευρώ και να μειώσει μακροπρόθεσμα το κόστος δανεισμού για κυβερνήσεις και επιχειρήσεις.
Παράλληλα, απορρίπτει την κριτική περί ηθικού κινδύνου, επικαλούμενος το παράδειγμα του Ταμείου Ανάκαμψης. Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, υποστηρίζει, συνέδεσε τη χρηματοδότηση με συγκεκριμένα ορόσημα και μεταρρυθμίσεις, περιορίζοντας τις δημοσιονομικές παρεκκλίσεις. Για τον ίδιο, το ευρωομόλογο δεν μπορεί να υποκαταστήσει τα υγιή εθνικά δημοσιονομικά πλαίσια, αλλά μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά για κοινές ευρωπαϊκές προτεραιότητες.
Το «τείχος» του Βερολίνου
Στον αντίποδα, ο Φρίντριχ Μερτς εμφανίζεται αρνητικός. Σε συνέντευξή του στο podcast Machtwechsel, απέρριψε εκ νέου την ιδέα πρόσθετου κοινού δανεισμού. Υπογράμμισε ότι η ΕΕ έχει ήδη αναλάβει κοινό χρέος μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς και μέσω του πακέτου στήριξης προς την Ουκρανία, και εξέφρασε «ισχυρές αμφιβολίες» για περαιτέρω βήματα.
Το βασικό του επιχείρημα εστιάζει στην πιστοληπτική ικανότητα της Γερμανίας. Όπως τόνισε, η χώρα του είναι η μόνη στην Ευρώπη με αξιολόγηση ΑΑΑ από τους μεγάλους οίκους και δεν προτίθεται να διακινδυνεύσει αυτή τη θέση. Κατά τον Μερτς, η αμοιβαιοποίηση χρέους θα αποδυνάμωνε τα κίνητρα δημοσιονομικής πειθαρχίας και θα μετέφερε βαρύτητα στους Γερμανούς φορολογουμένους. Η λύση, υποστηρίζει, δεν είναι περισσότερο χρέος, αλλά ανακατανομή προτεραιοτήτων εντός των υφιστάμενων προϋπολογισμών.
Η αντίθεση αυτή δεν είναι νέα. Από την κρίση χρέους του 2010, το Βερολίνο παραμένει επιφυλακτικό απέναντι σε κάθε μορφή μόνιμης αμοιβαιοποίησης, φοβούμενο ότι θα δημιουργήσει δομικές ανισορροπίες εντός της Ένωσης.
Τι είναι – και τι δεν είναι – το ευρωομόλογο
Το ευρωομόλογο, στην απλούστερη εκδοχή του, είναι η έκδοση κοινού χρέους από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από θεσμικό της όργανο, με την εγγύηση των κρατών-μελών. Οι επενδυτές αγοράζουν «ευρωπαϊκό» τίτλο αντί εθνικού, ενώ τα αντληθέντα κεφάλαια κατευθύνονται σε κοινές πολιτικές: άμυνα, πράσινη μετάβαση, τεχνολογία, υποδομές.
Σημαντικό είναι ότι η τρέχουσα συζήτηση δεν αφορά αμοιβαιοποίηση παλαιών χρεών, αλλά νέο, στοχευμένο δανεισμό. Ωστόσο, η μόνιμη θεσμοθέτηση ενός τέτοιου μηχανισμού εγείρει πρακτικές και πολιτικές δυσκολίες.
Πρώτον, απαιτείται θεσμική σαφήνεια: ποιος εκδίδει το χρέος, ποιος το εγγυάται και πώς κατανέμεται η ευθύνη αποπληρωμής; Δεύτερον, χρειάζεται κοινό δημοσιονομικό πλαίσιο που να διασφαλίζει ότι τα κεφάλαια χρησιμοποιούνται για σαφώς προσδιορισμένους σκοπούς, με ελέγχους και ρήτρες συμμόρφωσης. Τρίτον, η πολιτική συναίνεση παραμένει εύθραυστη, καθώς κράτη του Βορρά ανησυχούν για μεταφορά κινδύνου, ενώ χώρες του Νότου επιδιώκουν μεγαλύτερη ευελιξία.
Παρά τα εμπόδια, η εμπειρία του Ταμείου Ανάκαμψης έδειξε ότι ο κοινός δανεισμός είναι εφικτός όταν οι συνθήκες το απαιτούν. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν μπορεί να γίνει, αλλά αν μπορεί να καταστεί μόνιμο εργαλείο.






