Η άμεση επίπτωση της κρίσης ήταν η άνοδος των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε αναθεώρηση προς τα πάνω των προβλέψεων για τον ενεργειακό πληθωρισμό. Στις προβολές του Δεκεμβρίου, η ΕΚΤ βασιζόταν σε μέση τιμή φυσικού αερίου 29,6 ευρώ ανά μεγαβατώρα και πετρελαίου 62,5 δολάρια το βαρέλι για το 2026. Ωστόσο, οι πρόσφατες αυξήσεις υπερβαίνουν αισθητά αυτά τα επίπεδα, κάτι που ενδέχεται να αποτυπωθεί στις νέες μακροοικονομικές προβλέψεις που αναμένεται να δημοσιευθούν στις 19 Μαρτίου.
Παρά ταύτα, η ίδια η ΕΚΤ έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η επίδραση μιας ενεργειακής αναταραχής στον πληθωρισμό είναι συνήθως μεγαλύτερη από την επίδραση στην ανάπτυξη. Σύμφωνα με ανάλυση ευαισθησίας που δημοσίευσε τον Δεκέμβριο, μια μόνιμη αύξηση 14% στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μείωνε τον ρυθμό ανάπτυξης κατά μόλις 0,1 ποσοστιαία μονάδα φέτος, αλλά θα αύξανε τον πληθωρισμό έως και κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα. Οι επιδράσεις αυτές θα είχαν παρόμοιο μέγεθος και το επόμενο έτος, προτού σταδιακά εξασθενήσουν.
Σε σύγκριση με το σοκ του 2022, όταν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία εκτίναξε το ενεργειακό κόστος και περιόρισε την ανάπτυξη κατά περίπου 1 ποσοστιαία μονάδα, το πιθανό πλήγμα από μια περιορισμένης διάρκειας σύγκρουση με το Ιράν εκτιμάται ως σαφώς ηπιότερο. Επιπλέον, η σχετικά ισχυρή ισοτιμία του ευρώ λειτουργεί ως αντιστάθμισμα, δεδομένου ότι η ενέργεια τιμολογείται σε δολάρια.
Στο πεδίο της νομισματικής πολιτικής, δεν αναμένονται άμεσες κινήσεις, σύμφωνα με μετάδοση του Reuters. Η ΕΚΤ έχει ήδη διαμηνύσει ότι δεν αντιδρά σε βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα των αγορών ούτε σε παροδικές αυξήσεις των τιμών ενέργειας. Η στάση της βασίζεται στην εκτίμηση ότι τέτοιου είδους διαταραχές, εφόσον δεν αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα, δεν δικαιολογούν αλλαγή πορείας στη νομισματική πολιτική.
Καθοριστικός παράγοντας θα είναι η διάρκεια και η ένταση της σύγκρουσης. Αν η κρίση περιοριστεί σε μερικές εβδομάδες, οι οικονομολόγοι δεν αναμένουν ουσιαστικές συνέπειες. Αν όμως παραταθεί για μήνες, τότε ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ θα μπορούσε να αυξηθεί κατά τουλάχιστον 1 ποσοστιαία μονάδα, ενώ η ανάπτυξη θα επιβραδυνθεί κατά μερικά δέκατα της μονάδας.
Προς το παρόν, ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ βρίσκεται στο 1,7%, κάτω από τον στόχο του 2%. Αυτό σημαίνει ότι μια ήπια άνοδος δεν θα έθετε άμεσα σε κίνδυνο τον στόχο σταθερότητας τιμών. Η ΕΚΤ ανησυχεί κυρίως όταν ένα αρχικό ενεργειακό σοκ μεταφέρεται στις μακροπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες και επηρεάζει μισθούς και τιμές μέσω «δευτερογενών επιδράσεων» — μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο για να εκδηλωθεί.
Οι αγορές, πάντως, στοιχηματίζουν ότι δεν θα υπάρξει αλλαγή επιτοκίων εντός του έτους, ενισχύοντας το μήνυμα αναμονής και προσεκτικής παρακολούθησης των εξελίξεων από την ΕΚΤ.





