Όπως αναφέρει το Axios, οι ΗΠΑ ανησυχούν ότι τα ισραηλινά πλήγματα σε υποδομές που εξυπηρετούν και τον άμαχο πληθυσμό του Ιράν θα μπορούσαν να έχουν αντίθετο στρατηγικό αποτέλεσμα, ενισχύοντας την κοινωνική συσπείρωση υπέρ του καθεστώτος και αυξάνοντας τις τιμές του πετρελαίου.
Υπενθυμίζεται ότι οι επιθέσεις της ισραηλινής αεροπορίας προκάλεσαν μεγάλες πυρκαγιές στην Τεχεράνη, με φλόγες ορατές από μεγάλη απόσταση και πυκνό καπνό που κάλυψε την πρωτεύουσα. Ο ισραηλινός στρατός (IDF) υποστήριξε ότι οι αποθήκες αυτές χρησιμοποιούνται από το ιρανικό καθεστώς για την προμήθεια καυσίμων σε στρατιωτικές μονάδες, ενώ Ισραηλινός αξιωματούχος σημείωσε ότι τα πλήγματα αποτελούν προειδοποίηση προς το Ιράν να σταματήσει να στοχεύει ισραηλινές πολιτικές υποδομές.
Παρά την προηγούμενη ενημέρωση της Ουάσινγκτον, Αμερικανοί αξιωματούχοι δήλωσαν ότι αιφνιδιάστηκαν από την έκταση των επιχειρήσεων. Ένας ανώτερος αξιωματούχος σχολίασε: «Δεν πιστεύουμε ότι ήταν καλή ιδέα», ενώ Ισραηλινός αξιωματούχος περιέγραψε από την πλευρά του την αντίδραση των ΗΠΑ με τη χαρακτηριστική φράση «WTF».
Παρά το γεγονός ότι δεν επλήγησαν εγκαταστάσεις παραγωγής πετρελαίου, η Ουάσινγκτον ανησυχεί ότι οι εικόνες των φλεγόμενων αποθηκών θα τρομάξουν τις αγορές και θα ωθήσουν τις τιμές ενέργειας στα ύψη. Σύμβουλος του Τραμπ δήλωσε στο Axios ότι ο πρόεδρος θέλει να «σώσει το πετρέλαιο» και όχι να το βλέπει να καταστρέφεται, καθώς κάτι τέτοιο υπενθυμίζει στους πολίτες τις υψηλές τιμές της βενζίνης.
Από την πλευρά της Τεχεράνης, ο εκπρόσωπος του αρχηγείου Khatam al-Anbiya προειδοποίησε ότι η συνέχιση των επιθέσεων θα προκαλέσει αντίστοιχα πλήγματα σε όλη την περιοχή, απειλώντας ότι οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να φτάσουν τα 200 δολάρια το βαρέλι.
Ταυτόχρονα, ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, τόνισε ότι σε περίπτωση συνέχισης των επιθέσεων στις υποδομές θα υπάρξουν άμεσα αντίποινα.
Κλείνοντας επισημαίνεται ότι η σοβαρή αυτή διαφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ, καθώς και οι διαφορετικές προσδοκίες για την εξέλιξη του πολέμου, αναμένεται πλέον να εξεταστούν σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο, καθώς η στρατηγική του Τελ Αβίβ φαίνεται να αποκλίνει από τις αμερικανικές προσδοκίες.






