Η αμερικανική τράπεζα Citigroup έδωσε οδηγίες στους υπαλλήλους της να αποχωρήσουν από τα γραφεία που διαθέτει στο Dubai International Financial Centre (DIFC) καθώς και από τις εγκαταστάσεις της στην περιοχή Oud Metha του Ντουμπάι. Σύμφωνα με εσωτερικό μήνυμα προς το προσωπικό, το οποίο επικαλείται το Reuters, οι εργαζόμενοι καλούνται να εργάζονται εξ αποστάσεως μέχρι νεωτέρας. Εκπρόσωπος της τράπεζας ανέφερε ότι λαμβάνονται προληπτικά μέτρα για την προστασία του προσωπικού και ότι υπάρχουν εναλλακτικά επιχειρησιακά σχέδια ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή συνέχιση των δραστηριοτήτων.
Παράλληλα, η βρετανική Standard Chartered διατηρεί σημαντική παρουσία στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με το Ντουμπάι να έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε βασικό χρηματοοικονομικό κέντρο για διεθνείς τράπεζες, όπως η JPMorgan και η HSBC, καθώς και για δικηγορικά γραφεία και εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων. Η HSBC ανακοίνωσε μάλιστα ότι κλείνει προσωρινά όλα τα υποκαταστήματά της στο Κατάρ για λόγους ασφαλείας, ενημερώνοντας σχετικά τους πελάτες της.
Οι εξελίξεις αυτές ακολούθησαν δηλώσεις εκπροσώπου του στρατιωτικού αρχηγείου Khatam al-Anbiya στην Τεχεράνη, ο οποίος προειδοποίησε ότι το Ιράν θα πλήξει οικονομικά και τραπεζικά συμφέροντα που συνδέονται με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ στην περιοχή, ως αντίποινα για επίθεση που δέχθηκε ιρανικό τραπεζικό ίδρυμα.
Σύμφωνα με το ημιεπίσημο πρακτορείο Mehr News Agency, διοικητικό κτίριο που συνδέεται με την Bank Sepah — μία από τις μεγαλύτερες κρατικές τράπεζες του Ιράν και με ιστορικούς δεσμούς με τον στρατό — επλήγη κατά τη διάρκεια νυχτερινής επίθεσης στην Τεχεράνη.
Την ίδια ώρα, πολλές εταιρείες, τόσο διεθνείς όσο και τοπικές, έχουν ήδη δώσει οδηγίες στους εργαζομένους τους να εργάζονται από το σπίτι. Η απόφαση αυτή λήφθηκε μετά την απάντηση του Ιράν στα αμερικανικά και ισραηλινά πλήγματα, με εκτόξευση πυραύλων εναντίον στόχων σε διάφορες περιοχές της Μέσης Ανατολής, γεγονός που προκάλεσε απώλειες ανθρώπινων ζωών, καταστροφές και σοβαρά προβλήματα στις μετακινήσεις.
Πλήγμα στην εικόνα του Ντουμπάι ως ασφαλούς οικονομικού κόμβου
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης φαίνεται να επηρεάζει και την εικόνα του Ντουμπάι ως ενός από τα πιο σταθερά και ασφαλή χρηματοοικονομικά κέντρα της περιοχής. Όπως μετέδωσε πρόσφατα το Reuters, αυξάνονται οι ανησυχίες για πιθανή αποχώρηση κεφαλαίων, απολύσεις προσωπικού ή ακόμη και μεταφορά δραστηριοτήτων επιχειρήσεων σε άλλες χώρες.
Η δημιουργία του Dubai International Financial Centre το 2004 αποτέλεσε καθοριστικό βήμα στην προσπάθεια του εμιράτου να προσελκύσει μεγάλες χρηματοπιστωτικές εταιρείες. Μέχρι το τέλος του 2025, το DIFC φιλοξενούσε περισσότερες από 290 τράπεζες, 102 hedge funds, περίπου 500 εταιρείες διαχείρισης πλούτου και 1.289 οργανισμούς που συνδέονται με οικογενειακά γραφεία, αποτυπώνοντας τη θεαματική μεταμόρφωση του Ντουμπάι από μικρό αλιευτικό λιμάνι σε διεθνές οικονομικό κέντρο μέσα σε λίγες δεκαετίες.
Η Standard Chartered αντλεί σχεδόν το 6% των συνολικών εσόδων της από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τα τελευταία χρόνια έχει μεταφέρει ολοένα και περισσότερα ανώτερα στελέχη της στην περιοχή. Ο επικεφαλής της επενδυτικής της τραπεζικής, Roberto Hoornweg, έχει την έδρα του στο Ντουμπάι, γεγονός που τον καθιστά έναν από τους πιο υψηλόβαθμους τραπεζίτες διεθνούς ομίλου που δραστηριοποιούνται στην περιοχή.
Από την πλευρά της HSBC, ο διευθύνων σύμβουλος Georges Elhedery δήλωσε τη Δευτέρα ότι η τράπεζα εξακολουθεί να εμπιστεύεται τις οικονομικές προοπτικές του Gulf Cooperation Council, παρά την αυξανόμενη ένταση στην περιοχή.
Σε ξεχωριστή ανακοίνωση, η HSBC τόνισε ότι η ασφάλεια εργαζομένων και πελατών αποτελεί την απόλυτη προτεραιότητά της όσον αφορά τις δραστηριότητές της στο Ντουμπάι.
Εκπρόσωποι των JPMorgan και Goldman Sachs δεν προχώρησαν σε σχόλια για την κατάσταση. Ωστόσο, σύμφωνα με πηγή που γνωρίζει την υπόθεση, οι εργαζόμενοι της Goldman Sachs στην περιοχή εργάζονται ήδη εξ αποστάσεως και ακολουθούν τις οδηγίες των τοπικών αρχών.






