Σύμφωνα με έρευνα των New York Times, τουλάχιστον 39 εγκαταστάσεις – διυλιστήρια πετρελαίου, κοιτάσματα φυσικού αερίου και άλλες υποδομές – σε εννέα χώρες έχουν υποστεί ζημιές από τότε που οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ξεκίνησαν τους βομβαρδισμούς στο Ιράν. Ορισμένες επλήγησαν από μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ενώ αρκετές έχουν δεχθεί επιθέσεις περισσότερες από μία φορές.
Καθώς οι επιθέσεις κλιμακώνονται, οι δύο πλευρές αντιμετωπίζουν ολοένα και περισσότερο την ενέργεια ως στρατηγικό στόχο· έναν μοχλό ικανό να προκαλέσει σοβαρό οικονομικό πλήγμα. Το Ιράν εξαρτάται από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο για τη λειτουργία της οικονομίας και του κράτους του, την ώρα που οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να αποτρέψουν περαιτέρω άνοδο των τιμών, η οποία θα μπορούσε να κλονίσει τη διεθνή οικονομική σταθερότητα.
Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο πότε θα χαλαρώσει ο αυστηρός έλεγχος του Ιράν στο Στενό του Ορμούζ – ένα στενό αλλά ζωτικής σημασίας πέρασμα στη νότια ακτογραμμή του – ώστε να αποκατασταθεί η ναυσιπλοΐα. Εξίσου κρίσιμο είναι το πόσος χρόνος θα απαιτηθεί για την αποκατάσταση των ζημιών που εμποδίζουν την παραγωγή και επεξεργασία πετρελαίου και φυσικού αερίου.
«Όσο παρατείνεται ο πόλεμος, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα οι δύο πλευρές να αξιοποιήσουν τα ισχυρότερα ενεργειακά τους χαρτιά», επισημαίνει ο Clayton Seigle, ειδικός σε θέματα ενέργειας στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών στην Ουάσινγκτον. «Οι επιθέσεις σε τέτοιες εγκαταστάσεις δεν αντιστρέφονται εύκολα», συμπληρώνει απαντώντας σε σχετική ερώτηση των NYT.
Πόσες επιθέσεις έχουν γίνει μέχρι σήμερα σε ενεργειακές υποδομές
Για την καταγραφή των επιθέσεων και των διαταραχών σε ενεργειακές υποδομές, οι New York Times εξέτασαν ανακοινώσεις κυβερνήσεων, καθώς και κρατικών και ιδιωτικών ενεργειακών εταιρειών. Παράλληλα, αξιοποίησαν λίστες από τις εταιρείες ClearView Energy Partners και το Institute for the Study of War, επαληθεύοντας τα στοιχεία τους.
Μέχρι την Παρασκευή (20/3), είχαν καταγραφεί τουλάχιστον 47 επιθέσεις, αν και δεν υπάρχει επίσημος απολογισμός και εκτιμάται ότι ο πραγματικός αριθμός είναι μεγαλύτερος. Οι επιθέσεις φαίνεται να σημειώνονται σχεδόν σε καθημερινή βάση.
Μερικές από αυτές είναι:
- Λιμάνι Jebel Ali — επίθεση την 1η Μαρτίου.
- Διυλιστήριο Ras Tanura — επανειλημμένες επιθέσεις.
- Fujairah — επανειλημμένες επιθέσεις.
- Εγκατάσταση αποθήκευσης πετρελαίου Fardis — επίθεση στις 7 Μαρτίου.
Η κομβική σημασία της ενέργειας στον πόλεμο έγινε ακόμη πιο εμφανής όταν το Ισραήλ έπληξε εγκαταστάσεις που συνδέονται με το κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars του Ιράν, την Τετάρτη. Το Ιράν αντέδρασε με επιθέσεις σε ολόκληρο τον Περσικό Κόλπο. Κι έτσι, μόνο αυτή την εβδομάδα, τουλάχιστον δέκα εγκαταστάσεις υπέστησαν ζημιές, μεταξύ των οποίων ένας ενεργειακός κόμβος στο Κατάρ, καθώς και διυλιστήρια στο Κουβέιτ, τη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ.
Οι επιθέσεις αυτές οδήγησαν σε απότομη άνοδο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς οι αγορές ανησυχούν ότι σημαντικό μέρος της ενεργειακής παραγωγής του Κόλπου ενδέχεται να παραμείνει ουσιαστικά «εγκλωβισμένο» για εβδομάδες ή και μήνες. Το Brent, το διεθνές σημείο αναφοράς για το πετρέλαιο, ξεπέρασε προσωρινά τα 119 δολάρια το βαρέλι την Πέμπτη, πριν υποχωρήσει. Να σημειωθεί ότι πριν από την έναρξη του πολέμου, στις 28 Φεβρουαρίου, η τιμή του βρισκόταν κάτω από τα 73 δολάρια.
«Είναι η σωρευτική επίδραση που τροφοδοτεί την κρίση», σημειώνει ο Raad Alkadiri, αναλυτής πολιτικού κινδύνου με εξειδίκευση στην ενέργεια και τη Μέση Ανατολή.
Ανησυχία και για το φυσικό αέριο
Παρότι το πετρέλαιο βρίσκεται στο επίκεντρο, οι αναλυτές εκφράζουν ιδιαίτερη ανησυχία για τις ζημιές στο μεγαλύτερο τερματικό εξαγωγής φυσικού αερίου παγκοσμίως, το Ras Laffan, στις ακτές του Κατάρ.
Η εκτεταμένη αυτή εγκατάσταση, που λειτουργεί από την κρατική QatarEnergy, υγροποιεί το φυσικό αέριο, ώστε να μεταφέρεται με δεξαμενόπλοια. Ωστόσο, το Κατάρ ανακοίνωσε ήδη από την τρίτη ημέρα του πολέμου τη διακοπή της παραγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου, επικαλούμενο τις επιθέσεις.
Τα πλήγματα αυτής της εβδομάδας προκάλεσαν πρόσθετες ζημιές, επηρεάζοντας το 17% της εξαγωγικής δυναμικότητας LNG της χώρας. Σύμφωνα με την QatarEnergy, η πλήρης αποκατάσταση ενδέχεται να απαιτήσει έως και πέντε χρόνια.
Δεν υπάρχει εύκολη εναλλακτική για το συγκεκριμένο καύσιμο, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θέρμανση, ενώ η διαθέσιμη πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα LNG σε άλλες χώρες είναι περιορισμένη.
Σημεία ιδιαίτερης ευαλωτότητας αποτελούν και τα τερματικά εξαγωγής πετρελαίου, μέσω των οποίων τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία επιχειρούν να ανακατευθύνουν τις ροές, παρακάμπτοντας το Στενό του Ορμούζ. Μία από αυτές τις περιοχές αποτέλεσε στόχο επίθεσης πρόσφατα, ενώ διυλιστήριο στη Σαουδική Αραβία επλήγη επίσης από drone.
«Η κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί σημαντικά αν συνεχιστεί αυτή η παράλογη κλιμάκωση», προειδοποιεί, μιλώντας στους ΝΥΤ, ο Charif Souki, πρώην διευθύνων σύμβουλος της Cheniere Energy. «Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί παράγοντες με ισχυρό συμφέρον να μην ξεφύγει η κατάσταση», συμπληρώνει.
Ήδη, χώρες σε όλο τον κόσμο έχουν συμφωνήσει στην αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου, σε μια προσπάθεια να συγκρατηθούν οι τιμές. Παράλληλα, ο αμερικανικός στρατός στοχεύει ιρανικά πλοία και drones, επιχειρώντας να διασφαλίσει τη διέλευση από το Στενό του Ορμούζ, ενώ η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε προσωρινό «πάγωμα» των κυρώσεων στο ιρανικό πετρέλαιο, επιδιώκοντας την αποκλιμάκωση των τιμών.
Σε πολλές περιπτώσεις, πάντως, παραμένει δύσκολο να εκτιμηθεί το πραγματικό μέγεθος της ζημιάς. Όπως επισημαίνει ο Kevin Book της ClearView Energy Partners: «Το τελευταίο που θα ήθελαν είναι να πουν στο Ιράν “αστόχησες, δοκίμασε ξανά”».
Όπως σημειώνουν, δε, οι ΝΥΤ, ακόμη και όταν οι εταιρείες προχωρούν σε πιο αναλυτικές ενημερώσεις, συχνά δημιουργούνται νέα ερωτήματα.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Souki (πρώην CEO της Cheniere Energy) δήλωσε ότι τον εξέπληξε η εκτίμηση πως για την αποκατάσταση των εγκαταστάσεων LNG στο Κατάρ θα χρειαστούν έως και πέντε χρόνια. Ο ίδιος ανέφερε ότι, κατά την εκτίμησή του, το Κατάρ (όπως και όλες οι χώρες της περιοχής) τηρεί επιφυλακτική στάση αυτή τη στιγμή και δεν αποκλείεται οι ζημιές που έχουν υποστεί οι εγκαταστάσεις να μπορούν στην πραγματικότητα να αντιμετωπιστούν ταχύτερα.



