Σύμφωνα με το Reuters, οι ψηφοφόροι καλούνται να αποφασίσουν αν θα υποστηρίξουν συνταγματικές αλλαγές που διαχωρίζουν τις καριέρες των δικαστών και των εισαγγελέων - ένα ζήτημα που έχει αναστατώσει για χρόνια την εγχώρια πολιτική σκηνή - και που προβλέπουν το διαχωρισμό του αυτοδιοικούμενου οργάνου της ιταλικής Δικαιοσύνης σε δύο ξεχωριστές οντότητες.
Σημειώνεται ότι η ψηφοφορία έρχεται στο τέλος μιας έντονης εκστρατείας, στην οποία αντιπαρατέθηκαν η πλευρά του «ναι» υπό την ηγεσία της Μελόνι και οι κεντροαριστερές δυνάμεις που υποστήριζαν το «όχι».
Η αντιπολίτευση, -με επικεφαλής το Δημοκρατικό Κόμμα και το Κίνημα Πέντε Αστέρων-, προειδοποιεί από την πλευρά της ότι η μεταρρύθμιση θα υπονομεύσει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και θα αφήσει περιθώριο για πολιτική παρέμβαση, υποστηρίζοντας ότι θα επιτρέψει στη Μελόνι να ενισχύσει τον έλεγχο της εξουσίας.
Η κυβέρνηση απορρίπτει τις συγκεκριμένες επικρίσεις, κάνοντας λόγο για μια αναγκαία μεταρρύθμιση για τον περιορισμό της πολιτικοποιημένης εκλογής μελών στο αυτοδιοικούμενο Ανώτατο Συμβούλιο της Δικαιοσύνης (CSM), μετά από σκάνδαλα που αποκάλυψαν παρασκηνιακές συμφωνίες σχετικά με διορισμούς ανώτερων εισαγγελέων.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι μια νίκη του «ναι» θα ενισχύσει σημαντικά τη Μελόνι, καθώς αντιμετωπίζει τις συνέπειες του πολέμου στο Ιράν και μια στάσιμη οικονομία προς το τέλος της θητείας της.
Από την άλλη πλευρά, σε περίπτωση νίκης της κεντροαριστεράς -που παραμένει πίσω στις δημοσκοπήσεις από τον συνασπισμό της Μελόνι- θα ενισχυθεί η προσπάθειά της να δημιουργήσει μια συμμαχία ικανή να αμφισβητήσει την πρωθυπουργό.
Κλείνοντας, επισημαίνεται ότι οι δημοσκοπήσεις που δημοσιεύθηκαν πριν τεθεί σε εφαρμογή η δεκαπενθήμερη απαγόρευση δημοσίευσης στοιχείων (pre-ballot blackout) έδειχναν τις δύο πλευρές σχεδόν ισοδύναμες, με ενδείξεις ότι οι υποστηρικτές της Μελόνι μπορεί να απέχουν από την ψηφοφορία, καθώς θεωρούνταν σχετικά αποστασιοποιημένοι από ένα τόσο πολύπλοκο ζήτημα.






