Ειδικότερα, εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα επανέλθει στον στόχο του 2% –που έχει θέσει η Fed– μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2027. Αυτό σημαίνει ότι οι αρμόδιοι για τη χάραξη πολιτικής θα έχουν περιορισμένες δυνατότητες να προχωρήσουν σε μειώσεις επιτοκίων εντός της τρέχουσας χρονιάς.
Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, οι οικονομολόγοι του Ταμείου προβλέπουν μόλις μία μείωση επιτοκίων μέχρι τα τέλη του 2026.
Όπως αναφέρεται στην έκθεση, μια πιο έντονη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο σε περίπτωση σημαντικής επιδείνωσης στην αγορά εργασίας και εφόσον δεν ενισχυθούν οι πληθωριστικές πιέσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται και οι πιέσεις που ενδέχεται να προκύψουν από την άνοδο των τιμών πετρελαίου και άλλων εμπορευμάτων, οι οποίες επηρεάζουν τις βραχυπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η τρέχουσα κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής βρίσκεται ήδη κοντά σε ουδέτερα επίπεδα, γεγονός που περιορίζει περαιτέρω το περιθώριο για μειώσεις επιτοκίων το 2026. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της αύξησης των τιμών ενέργειας, της πιθανής μεταφοράς τους στον δομικό πληθωρισμό και των ανοδικών κινδύνων στις διεθνείς τιμές εμπορευμάτων, που ενδέχεται να καθυστερήσουν την επίτευξη του στόχου.
Σύμφωνα με το βασικό σενάριο του ΔΝΤ, το βασικό επιτόκιο της Fed αναμένεται να διαμορφωθεί μεταξύ 3,25% και 3,5% έως το τέλος του έτους, από το σημερινό εύρος 3,5%–3,75%.
Όπως σημειώνεται, αυτή η πορεία εκτιμάται ότι θα συμβάλει στην επιστροφή της οικονομίας σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης και πληθωρισμού 2% έως το πρώτο εξάμηνο του 2027.
Σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη, το Ταμείο διατηρεί την πρόβλεψή του για αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,4% το 2026, στηριζόμενη κυρίως στη δημοσιονομική πολιτική και στα χαμηλότερα επιτόκια. Για το 2027, ωστόσο, αναμένεται επιβράδυνση στο 2,1%.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση βασίστηκε σε δεδομένα πριν από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, γεγονός που σημαίνει ότι οι εξελίξεις έκτοτε ενδέχεται να έχουν διαφοροποιήσει τις συνθήκες. Το Ταμείο, πάντως, επισημαίνει ότι η σύγκρουση μπορεί να ενισχύσει τα κίνητρα για αύξηση της ενεργειακής παραγωγής στις ΗΠΑ.
Τέλος, αναφερόμενο στην αύξηση των δασμών από τον Ντόναλντ Τραμπ, το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι μέχρι στιγμής το μεγαλύτερο βάρος φαίνεται να το επωμίζονται οι αμερικανικές επιχειρήσεις και, σε μικρότερο βαθμό, οι καταναλωτές. Εκτιμάται ότι ο μέσος πραγματικός δασμολογικός συντελεστής κυμαίνεται μεταξύ 7% και 8,5%.
Επιπλέον, τονίζεται ότι το κόστος και ο χρόνος που απαιτούνται για την αναδιάρθρωση των εφοδιαστικών αλυσίδων λόγω των δασμών ενδέχεται να έχουν πιο έντονες αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη βραχυπρόθεσμα, χωρίς όμως να αποκλείεται και η μακροχρόνια επίδρασή τους.