Η κρίση ανέδειξε τη βαθιά εξάρτηση της Ευρώπης από εισαγόμενα καύσιμα, ιδιαίτερα πετρέλαιο και φυσικό αέριο, τα οποία καλύπτουν πάνω από το 50% των ενεργειακών αναγκών της. Η αστάθεια στις διεθνείς αγορές, επιδεινωμένη από τις εξελίξεις στο Στενό του Ορμούζ, καθιστά σαφές ότι το υφιστάμενο μοντέλο είναι ευάλωτο. Σε αυτό το πλαίσιο, η πυρηνική ενέργεια επανέρχεται στο προσκήνιο ως «εγχώρια» και σταθερή εναλλακτική.
Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν χαρακτήρισε την εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας από πολλές ευρωπαϊκές χώρες ως «στρατηγικό λάθος». Από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα, η συμμετοχή της πυρηνικής ενέργειας στην ευρωπαϊκή ηλεκτροπαραγωγή έχει μειωθεί από περίπου 30% σε μόλις 15%, αυξάνοντας την εξάρτηση από ακριβές και ασταθείς εισαγωγές.
Οι διαφορές μεταξύ των κρατών είναι χαρακτηριστικές. Η Γαλλία, που παράγει περίπου το 65% της ηλεκτρικής της ενέργειας από πυρηνικά, απολαμβάνει πολύ χαμηλότερες τιμές ηλεκτρισμού σε σύγκριση με τη Γερμανία, η οποία εγκατέλειψε την πυρηνική ενέργεια μετά το ατύχημα στη Φουκουσίμα το 2011 και βασίζεται πλέον σε μεγάλο βαθμό στο φυσικό αέριο. Το αποτέλεσμα είναι εμφανές: Η γερμανική οικονομία δέχεται ισχυρό πλήγμα από την αύξηση των τιμών ενέργειας.
Αυτή η πραγματικότητα οδηγεί σε μια σαφή μεταστροφή πολιτικής σε πολλές χώρες. Η Ιταλία εξετάζει την άρση της απαγόρευσης της πυρηνικής ενέργειας, το Βέλγιο επανεξετάζει την αποεπένδυση, ενώ χώρες όπως η Σουηδία και η Ελλάδα ανοίγουν ξανά τη συζήτηση για νέες τεχνολογίες. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η κυβέρνηση επιταχύνει τις διαδικασίες για νέα έργα, προβάλλοντας την πυρηνική ενέργεια ως εργαλείο ανάπτυξης και ασφάλειας.
Ο Εμμ. Μακρόν εμφανίζεται ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της πυρηνικής στρατηγικής, συνδέοντας την όχι μόνο με την ενεργειακή ανεξαρτησία αλλά και με την πράσινη μετάβαση. Υποστηρίζει ότι η πυρηνική ενέργεια μπορεί να εξασφαλίσει ταυτόχρονα απανθρακοποίηση και ανταγωνιστικότητα, ιδίως σε έναν κόσμο όπου η ζήτηση ενέργειας αυξάνεται λόγω τεχνολογιών όπως η τεχνητή νοημοσύνη.
Ωστόσο, η πυρηνική ενέργεια δεν αποτελεί άμεση λύση. Η κατασκευή νέων αντιδραστήρων απαιτεί πολλά χρόνια και τεράστιες επενδύσεις, ενώ έργα όπως το Flamanville στη Γαλλία ή το Hinkley Point στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν ήδη καθυστερήσει σημαντικά. Επιπλέον, παραμένουν ζητήματα ασφάλειας, διαχείρισης αποβλήτων και κοινωνικής αποδοχής.
Οι επικριτές επισημαίνουν επίσης ότι η στροφή προς την πυρηνική ενέργεια ενδέχεται να αποσπά πόρους από τις ανανεώσιμες πηγές, οι οποίες γίνονται ολοένα και πιο φθηνές και αποδοτικές. Παράλληλα, η εξάρτηση ορισμένων χωρών από ρωσική τεχνολογία και καύσιμα δημιουργεί νέους γεωπολιτικούς κινδύνους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση επενδύει σε νέες τεχνολογίες όπως οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες (SMRs), οι οποίοι θεωρούνται πιο ευέλικτοι και οικονομικοί. Ωστόσο, η τεχνολογία αυτή παραμένει σε πρώιμο στάδιο και δεν έχει ακόμη αποδειχθεί σε μεγάλη κλίμακα.