Η μελέτη αναδεικνύει ότι βαθιές, συστημικές ανισορροπίες σε παγκόσμιο επίπεδο οδηγούν σε άνιση κατανομή του κόστους και των ωφελειών: οι επιβαρύνσεις της εξόρυξης πλήττουν κυρίως ευάλωτες κοινότητες, ενώ τα οφέλη συγκεντρώνονται αλλού, μέσα από την ανάπτυξη ηλεκτρικών οχημάτων, ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και ψηφιακών υποδομών.
Παράλληλα, η έκθεση δεν αμφισβητεί την ανάγκη για καθαρές ενεργειακές λύσεις ούτε τη σημασία της τεχνολογικής προόδου. Αντίθετα, θέτει στο επίκεντρο το ζήτημα της δικαιοσύνης: ποιοι επωμίζονται το κόστος και ποιοι απολαμβάνουν τα οφέλη αυτής της μετάβασης. Όπως επισημαίνει ο διευθυντής του UNU-INWEH, Κάβε Μαντάνι, μια μετάβαση δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται «πράσινη» και «δίκαιη» όταν απλώς μεταφέρει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τις πλουσιότερες στις φτωχότερες περιοχές. Ο ίδιος τονίζει ότι, ενώ η στροφή προς καθαρότερη ενέργεια είναι επιτακτική, οι εξορυκτικές δραστηριότητες που τη στηρίζουν επιβαρύνουν το πόσιμο νερό, υπονομεύουν τα μέσα διαβίωσης και εκθέτουν ευάλωτους πληθυσμούς, ιδίως παιδιά, σε τοξικά βαρέα μέταλλα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον υδατικό αντίκτυπο της εξόρυξης. Οι μεγάλες ανάγκες σε νερό επιβαρύνουν σημαντικά τις τοπικές κοινωνίες, προκαλώντας ρύπανση, λειψυδρία και σοβαρά προβλήματα υγείας. Το 2024, η παγκόσμια παραγωγή λιθίου –περίπου 240.000 τόνοι– εκτιμάται ότι κατανάλωσε 456 δισεκατομμύρια λίτρα νερού, ποσότητα που αντιστοιχεί στις ετήσιες οικιακές ανάγκες δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στην υποσαχάρια Αφρική. Στη Χιλή, και ειδικότερα στην περιοχή Salar de Atacama, η εξόρυξη λιθίου απορροφά έως και το 65% της συνολικής χρήσης νερού, εντείνοντας τον ανταγωνισμό με τη γεωργία και οδηγώντας σε εξάντληση των υπόγειων υδάτων.
Οι περιβαλλοντικές συνέπειες δεν περιορίζονται στην κατανάλωση νερού. Η παραγωγή σπάνιων γαιών συνοδεύεται από τεράστιες ποσότητες τοξικών αποβλήτων: για κάθε τόνο παραγόμενου υλικού δημιουργούνται περίπου 2.000 τόνοι αποβλήτων. Συνολικά, το 2024, η παγκόσμια παραγωγή εκτιμάται ότι παρήγαγε εκατοντάδες εκατομμύρια τόνους επικίνδυνων καταλοίπων.
Ταυτόχρονα, η ρύπανση των υδάτων έχει άμεσες συνέπειες στη δημόσια υγεία. Στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, σημαντικό παραγωγό κοβαλτίου, μεγάλα ποσοστά του πληθυσμού που ζει κοντά σε ορυχεία αναφέρουν σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως δερματικές και γυναικολογικές παθήσεις. Παρά τον ορυκτό πλούτο της χώρας, η πλειονότητα των οικονομικών ωφελειών κατευθύνεται σε ξένες εταιρείες, ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού συνεχίζει να ζει σε συνθήκες ακραίας φτώχειας.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο σε αναπτυσσόμενες χώρες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κατάρρευση του ορυχείου Mount Polley στον Καναδά το 2014, που προκάλεσε εκτεταμένη ρύπανση υδάτινων πόρων και σοβαρές επιπτώσεις σε τοπικές κοινότητες.
Η ανάγκη για κρίσιμα ορυκτά ενισχύεται από τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο, αυτό δημιουργεί ένα σημαντικό δίλημμα: για να επιτευχθούν οι στόχοι αυτοί, η ζήτηση για λίθιο αναμένεται να αυξηθεί δραματικά έως το 2040, ενώ σημαντική αύξηση προβλέπεται και για άλλα μέταλλα, όπως το κοβάλτιο και το νικέλιο.
Η έκθεση καταλήγει ότι, χωρίς δεσμευτικά διεθνή πλαίσια, το υφιστάμενο μοντέλο θα συνεχίσει να μεταφέρει το περιβαλλοντικό και κοινωνικό κόστος στις πιο ευάλωτες κοινότητες. Μεταξύ των βασικών προτάσεων περιλαμβάνονται η θέσπιση υποχρεωτικών διεθνών προτύπων υπεύθυνης προμήθειας, η ενίσχυση των ελέγχων για τη ρύπανση, η δημιουργία μηχανισμών λογοδοσίας και η ανεξάρτητη παρακολούθηση των επιπτώσεων από βαρέα μέταλλα. Παράλληλα, προτείνεται η ενίσχυση της κυκλικής οικονομίας, μέσω της ανακύκλωσης μπαταριών, ηλεκτρονικών συσκευών και ενεργειακών υποδομών, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από την εξόρυξη νέων πρώτων υλών.



