Όπως σημείωσε, η Ευρώπη καλύπτει περίπου το 60% των ενεργειακών της αναγκών μέσω εισαγωγών, οι οποίες βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε ορυκτά καύσιμα. Η κατάσταση αυτή, σύμφωνα με την ίδια, αποκαλύπτει εκ νέου το υψηλό οικονομικό κόστος της εξάρτησης, ιδιαίτερα σε περιόδους έντονων διακυμάνσεων στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Η Λαγκάρντ τόνισε ότι το ενεργειακό αυτό πλαίσιο επιβαρύνει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και υπογράμμισε πως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελούν την πιο άμεση και ρεαλιστική λύση για την Ευρώπη. Όπως είπε, μπορούν να συμβάλουν ταυτόχρονα στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας, στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος και στη συγκράτηση των τιμών.
Παράλληλα, επικαλέστηκε εσωτερικές αναλύσεις της ΕΚΤ, σύμφωνα με τις οποίες χώρες με υψηλότερη συμμετοχή καθαρών πηγών ενέργειας στο ενεργειακό τους μείγμα, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, κατάφεραν να περιορίσουν τις επιπτώσεις από την αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου.
Αναφερόμενη στη διαδικασία της ενεργειακής μετάβασης, η επικεφαλής της ΕΚΤ υπογράμμισε ότι δεν αρκεί η κατεύθυνση προς την απανθρακοποίηση, αλλά απαιτείται και σωστός σχεδιασμός. Όπως ανέφερε, η επιλογή των πιο αποδοτικών οικονομικά διαδρομών είναι κρίσιμη, προκειμένου να επιτευχθεί ισορροπία ανάμεσα στην ανάπτυξη και την πράσινη μετάβαση.
Η ίδια έκανε επίσης αναφορά στη Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, επισημαίνοντας ότι η τελευταία δεκαετία καταγράφεται ως η θερμότερη που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα, γεγονός που εντείνει την ανάγκη για πιο αποφασιστική δράση σε διεθνές επίπεδο.
Τέλος, η Λαγκάρντ σημείωσε ότι η ανταπόκριση κυβερνήσεων και κοινωνιών παραμένει ανεπαρκής σε σχέση με την κλίμακα της πρόκλησης, ενώ επεσήμανε ότι η κλιματική αλλαγή έχει συχνά μετατραπεί σε αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης. Κλείνοντας, υπογράμμισε την ανάγκη για νηφάλια και τεκμηριωμένη ανάλυση, ώστε οι πολίτες και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής να μπορούν να λαμβάνουν αποφάσεις βασισμένες σε αξιόπιστα δεδομένα και όχι σε θόρυβο και παραπληροφόρηση.



