Η συμφωνία, η οποία επιτεύχθηκε πέρυσι, θα επικυρωθεί επίσημα σε τελετή στην Πόλη του Μεξικού μαζί με την Πρόεδρο του Μεξικού, Κλαούντια Σάινμπαουμ. Το νέο αυτό πλαίσιο εκσυγχρονίζει την υφιστάμενη συμφωνία του 2000, εισάγοντας μέτρα για τη διευκόλυνση του εμπορίου υπηρεσιών, καθώς και για την ενίσχυση των αλυσίδων εφοδιασμού σε πρώτες ύλες.
Πρόκειται για μία ακόμη προσπάθεια των Βρυξελλών να διαφοροποιήσουν τις εμπορικές τους συνεργασίες, εν μέσω αβεβαιότητας σχετικά με τη δέσμευση των ΗΠΑ στη διατλαντική συμμαχία. Αντίστοιχες κινήσεις περιλαμβάνουν συμφωνίες όπως αυτή με τις χώρες της Mercosur και τη συμφωνία με την Αυστραλία.
Ωστόσο, σύμφωνα με το Bloomberg, όπως προειδοποίησε πρόσφατα ο πρώην πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, η Ευρώπη πρέπει να είναι ρεαλιστική ως προς τα όρια της εμπορικής απελευθέρωσης. «Σύμφωνα με μία εκτίμηση, ακόμη και αν η Ευρώπη ολοκληρώσει με επιτυχία όλες τις τρέχουσες εμπορικές διαπραγματεύσεις, η μακροπρόθεσμη αύξηση του ΑΕΠ θα είναι μικρότερη από 0,5%», δήλωσε, καλώντας την ΕΕ να ολοκληρώσει την ενιαία αγορά.
Ένα πολύ πιο περίπλοκο ζήτημα για την Ευρώπη είναι η στάση της απέναντι στην Κίνα. Η πρόσφατη απόφαση της ΕΕ να άρει προσωρινά κυρώσεις σε κινεζική εταιρεία ημιαγωγών, μετά από πιέσεις της αυτοκινητοβιομηχανίας, ανέδειξε την εξάρτηση της Ευρώπης από κινεζικές εισροές. Οι μετοχές της εταιρείας σημείωσαν άνοδο μετά την ανακοίνωση.
Το ζήτημα της Κίνας τέθηκε και στη σημερινή συνάντηση των υπουργών Εμπορίου της ΕΕ στις Βρυξέλλες, ενόψει κρίσιμης συνεδρίασης την επόμενη εβδομάδα, όπου η Επιτροπή θα εξετάσει το ενδεχόμενο υιοθέτησης πιο αυστηρής στάσης.
Το Πεκίνο προειδοποίησε ότι θα αντιδράσει σε περίπτωση επιβολής νέων εμπορικών περιορισμών. Φτάνοντας στη συνάντηση, η Υπουργός Εμπορίου και Εξωτερικών της Ιρλανδίας, Helen McEntee, δήλωσε ότι η Κίνα παραμένει σημαντικός εταίρος για την ΕΕ, αλλά «χρειάζεται ισορροπία στο εμπόριο».
Από την πλευρά του, ο εκπρόσωπος της Λετονίας, Artjoms Ursulskis, τόνισε ότι, ενώ οι επιχειρήσεις είναι ελεύθερες να δραστηριοποιούνται όπου επιθυμούν, οι κυβερνήσεις οφείλουν να τους προσφέρουν περισσότερες επιλογές, διευκολύνοντας την πρόσβαση σε αγορές πέραν της Κίνας.






