«Οι βασικές δεξιότητες του πληθυσμού είναι καθοριστικής σημασίας για την οικονομική παραγωγικότητα, τα ατομικά εισοδήματα και τη συνολική οικονομική ανάπτυξη», δηλώνει ο Woessmann. «Γι’ αυτό η δραματική υποχώρηση των αποτελεσμάτων της PISA στη Γερμανία πρέπει να οδηγήσει σε επανεξέταση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Η διδασκαλία των βασικών δεξιοτήτων πρέπει να αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα».
Η υποχώρηση των επιδόσεων στα μαθηματικά και την κατανόηση κειμένου από την προηγούμενη έρευνα, το 2022, αντιστοιχεί σε μέση μακροπρόθεσμη απώλεια εισοδήματος της τάξης του 3% έως 4%. Σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από την πανδημία COVID-19, το 2018, η απώλεια φτάνει ακόμη και το 9% έως 10%.
Σε επίπεδο μακροοικονομίας, η γερμανική οικονομία χάνει επίσης τρισεκατομμύρια. Τα άτομα με χαμηλότερες βασικές δεξιότητες είναι λιγότερο παραγωγικά στην οικονομική τους δραστηριότητα και έχουν περισσότερες πιθανότητες να απασχολούνται σε επαγγέλματα χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας. Παράλληλα, το χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης συνδέεται με μικρότερη ικανότητα καινοτομίας.
«Για να είμαστε διεθνώς ανταγωνιστικοί σε καλά αμειβόμενα επαγγέλματα υψηλής τεχνολογίας, χρειαζόμαστε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που καλλιεργεί την αριστεία», επισημαίνει ο Woessmann.
Όπως εξηγεί, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη (AI) μπορεί εύκολα να παρέχει απαντήσεις σε ερωτήσεις πραγματολογικού χαρακτήρα, στο μέλλον θα είναι ακόμη σημαντικότερο να μπορούμε να θέτουμε τις σωστές ερωτήσεις, να εξετάζουμε κριτικά τις απαντήσεις και να αναπτύσσουμε λύσεις σε προβλήματα. Αυτό σημαίνει ότι οι καλές βασικές δεξιότητες είναι πιθανό να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Η μελέτη PISA που δημοσιεύθηκε σήμερα δείχνει ότι, μετά την υποχώρηση των επιδόσεων κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19 (2018-2022), οι επιδόσεις των 15χρονων στη Γερμανία στην κατανόηση κειμένου, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες μειώθηκαν εκ νέου σημαντικά έως το 2025, φτάνοντας στα χαμηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί ποτέ.
«Δεν αποτελεί παρηγοριά το γεγονός ότι πολλές άλλες δυτικές χώρες καταγράφουν επίσης πτώση», δηλώνει ο Woessmann. «Αυτό απλώς σημαίνει ότι και εκεί απειλείται η ευημερία – ιδιαίτερα από τη στιγμή που οι μαθητές σε πολλές χώρες της Ανατολικής Ασίας βρίσκονται αρκετά σχολικά έτη μπροστά από τους δικούς μας όσον αφορά τις ακαδημαϊκές επιδόσεις».
Η υποχώρηση των αποτελεσμάτων της PISA πρέπει να οδηγήσει σε νέα έμφαση στη διδασκαλία των βασικών δεξιοτήτων, τόσο στη χάραξη πολιτικής όσο και στην κοινωνία.
Στα σχολεία, οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να επαναφέρουν τα πρότυπα που είχαν υποχωρήσει κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19 στο προηγούμενο επίπεδο απαιτήσεων. Παράλληλα, θα πρέπει να αναστραφεί το φαινόμενο του πληθωρισμού των βαθμών, δηλαδή της τάσης για υψηλότερες βαθμολογίες χωρίς αντίστοιχη βελτίωση των πραγματικών επιδόσεων.
Σε επίπεδο οικογένειας, οι γονείς χρειάζεται επίσης να ενθαρρύνουν και να παρακινούν τα παιδιά τους να μαθαίνουν. Στον τομέα της εκπαιδευτικής πολιτικής, η καθιέρωση ετήσιων, εθνικά τυποποιημένων εξετάσεων θα μπορούσε να ενισχύσει τη διαφάνεια.
Ταυτόχρονα, θα πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη αυτονομία στα σχολεία, ώστε να μπορούν να επιλέγουν τον αποτελεσματικότερο τρόπο για την επίτευξη των εκπαιδευτικών στόχων.
Τα παιδιά που προέρχονται από μειονεκτούντα κοινωνικά περιβάλλοντα θα πρέπει να λαμβάνουν στοχευμένη υποστήριξη, μέσω προγραμμάτων ενισχυτικής διδασκαλίας και mentoring.
Τέλος, τα προβλήματα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όσο το δυνατόν νωρίτερα. Όλα τα παιδιά θα πρέπει να υποβάλλονται σε τεστ γλωσσικών δεξιοτήτων στην ηλικία των τεσσάρων ετών και έξι μηνών, όπως συμβαίνει στο Αμβούργο. Όσα δεν επιτυγχάνουν ένα ελάχιστο επίπεδο θα πρέπει να λαμβάνουν αυτόματα την απαραίτητη υποστήριξη.






