Σύμφωνα με την Κομισιόν, υπάρχουν υπόνοιες ότι ο γαλλικός φαρμακευτικός όμιλος ενδέχεται να έκανε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του στην αγορά, μέσω μιας εκστρατείας που φέρεται να είχε ως στόχο να υποβαθμίσει το ανταγωνιστικό εμβόλιο Fluad, το οποίο παράγεται από την αυστραλιανή εταιρεία CSL Seqirus, προς όφελος του δικού του εμβολίου, Efluelda.
Σε ανακοίνωσή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η Sanofi φέρεται να προώθησε παραπλανητικά μηνύματα, παρουσιάζοντας το Fluad ως υποδεέστερο του Efluelda, παρά το γεγονός ότι οι εθνικές συστάσεις εμβολιασμού σε αρκετά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υποστηρίζουν έναν τέτοιο ισχυρισμό.
Η φερόμενη εκστρατεία απευθυνόταν κυρίως σε επαγγελματίες του τομέα της υγείας στη Γερμανία και τη Γαλλία, δύο από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές αγορές για τα αντιγριπικά εμβόλια, γεγονός που, σύμφωνα με την Επιτροπή, ενδέχεται να επηρέασε τις συνθήκες ανταγωνισμού στον συγκεκριμένο κλάδο.
Από την πλευρά της, η Sanofi απέρριψε κατηγορηματικά κάθε ισχυρισμό περί παραβίασης της νομοθεσίας. Σε δήλωσή του προς το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP), εκπρόσωπος του ομίλου τόνισε ότι η εταιρεία θεωρεί πως όλες οι ενέργειές της ήταν απολύτως σύμφωνες με το ισχύον νομικό και κανονιστικό πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων περί ανταγωνισμού.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να ξεκινήσει επίσημη έρευνα αποτελεί αποκλειστικά διαδικαστικό στάδιο της εξέτασης της υπόθεσης και δεν προδικάζει σε καμία περίπτωση το τελικό της αποτέλεσμα.
Όπως ανέφερε ο εκπρόσωπος της εταιρείας, η Sanofi εξακολουθεί να είναι προσηλωμένη στις αρχές του θεμιτού ανταγωνισμού, ενώ στόχος της παραμένει η διασφάλιση της πρόσβασης των ασθενών σε καινοτόμα εμβόλια.
Εφόσον, μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, οι υποψίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επιβεβαιωθούν, η Sanofi ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με κυρώσεις για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν την επιβολή σημαντικού χρηματικού προστίμου.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας που βρίσκεται πλέον σε εξέλιξη, η φαρμακευτική εταιρεία έχει επίσης τη δυνατότητα να προτείνει συγκεκριμένες δεσμεύσεις ή διορθωτικά μέτρα, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και να αρθούν οι υπόνοιες περί παραβίασης των κανόνων του ανταγωνισμού.



