«Συνολικά, η κυβέρνηση δεν καταβάλλει επαρκείς προσπάθειες για να περιορίσει τις δαπάνες που δεν αποτελούν προτεραιότητα και να αυξήσει τις επενδύσεις, γι’ αυτό και καταφεύγει σε λογιστικά τεχνάσματα», δηλώνει ο πρόεδρος του ifo, Clemens Fuest.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακό, σύμφωνα με τους ειδικούς του ifo, είναι το γεγονός ότι 4,2 δισεκατομμύρια ευρώ, τα οποία είχαν αρχικά προβλεφθεί από το SVIK για την κατασκευή οδικών και σιδηροδρομικών υποδομών, μεταφέρονται πλέον στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Άμυνας. Σύμφωνα με το σχέδιο προϋπολογισμού, οι δαπάνες αυτές υπάγονται στην «τομεακή εξαίρεση για τις αμυντικές δαπάνες» και, ως εκ τούτου, μπορούν επίσης να χρηματοδοτηθούν μέσω δανεισμού. Η αιτιολόγηση που δίνεται είναι ότι πρόκειται για «επενδύσεις σε μεταφορικές υποδομές σχετιζόμενες με την άμυνα».
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ifo Institute, χωρίς αυτή την αναταξινόμηση, ο λόγος επενδύσεων του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού θα ανερχόταν στο 9,9% και όχι στο 10,8%, όπως αναφέρεται στο σχέδιο προϋπολογισμού.
«Μόνο χάρη σε αυτά τα μέτρα επιτυγχάνεται το απαιτούμενο ποσοστό επενδύσεων 10% στον βασικό προϋπολογισμό», δηλώνει η ερευνήτρια του ifo Emilie Höslinger. «Κατά συνέπεια, διαπιστώνουμε και άλλες μεταφορές κονδυλίων, οι οποίες φαίνεται να αποσκοπούν στο να αποκρύψουν το γεγονός ότι, συνολικά, οι επενδύσεις στις υποδομές παραμένουν ανεπαρκείς». Το ποσοστό επενδύσεων 10% στο βασικό προϋπολογισμό είναι αναγκαία προϋπόθεση ώστε ο νέος δανεισμός να είναι νόμιμος στο πλαίσιο του SVIK.
Ο ειδικός του ifo Max Lay εξηγεί γιατί τέτοιου είδους μεταφορές είναι εξαρχής δυνατές: οφείλονται στον τρόπο με τον οποίο η ομοσπονδιακή κυβέρνηση υπολογίζει τον λόγο επενδύσεων.
Υπό κανονικές συνθήκες, όλες οι επενδύσεις διαιρούνται με το σύνολο των δαπανών του βασικού προϋπολογισμού. «Ωστόσο, στην περίπτωση των επενδύσεων που εμπίπτουν στην τομεακή εξαίρεση, ο υπολογισμός γίνεται διαφορετικά: ενώ οι επενδύσεις αυτές συνυπολογίζονται στο σύνολο των επενδύσεων, δεν περιλαμβάνονται στο σύνολο των δαπανών. Έτσι, ο λόγος επενδύσεων εμφανίζεται υψηλότερος από ό,τι είναι στην πραγματικότητα, γεγονός που καθιστά ευκολότερη την επίτευξη του στόχου του 10%».






