Στην 25λεπτη τηλεοπτική ομιλία του σε ώρα υψηλής τηλεθέασης, ο Τραμπ κατέστησε για ακόμη μία φορά την ασφάλεια των εκλογών κεντρικό πολιτικό ζήτημα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, στις οποίες οι Ρεπουμπλικανοί θα επιδιώξουν να διατηρήσουν τις οριακές πλειοψηφίες τους στο Κογκρέσο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος κάλεσε εκ νέου τους Ρεπουμπλικανούς στο Κογκρέσο να εγκρίνουν νομοθεσία που θα επιβάλλει αυστηρότερες απαιτήσεις ταυτοποίησης των ψηφοφόρων και απόδειξης της αμερικανικής υπηκοότητας για την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους, παρά το γεγονός ότι πολυάριθμες έρευνες έχουν καταλήξει πως η εκλογική νοθεία στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι εξαιρετικά σπάνια. Το σχετικό νομοσχέδιο παραμένει μπλοκαρισμένο στη Γερουσία, λόγω της έντονης αντίθεσης των Δημοκρατικών.
Ο Τραμπ μιλά για «σοκαριστικά κενά ασφαλείας»
Ο Τραμπ δήλωσε ότι τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα αποκαλύπτουν «σοκαριστικές αδυναμίες στις εκλογικές υποδομές» των Ηνωμένων Πολιτειών. Ωστόσο, αρκετά από τα έγγραφα φαίνεται να υποστηρίζουν το αντίθετο, ενώ ορισμένα δεν σχετίζονται καν με το αμερικανικό εκλογικό σύστημα.
Η ομιλία πραγματοποιήθηκε σε μια δύσκολη πολιτική συγκυρία για τον Τραμπ και τους Ρεπουμπλικανούς, καθώς η δημοτικότητά του έχει πληγεί από τον αντιδημοφιλή πόλεμο με το Ιράν και τις υψηλές τιμές της ενέργειας. Στην αρχή της ομιλίας του έκανε μια σύντομη αναφορά στον πόλεμο, δηλώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «κερδίζουν κατά κράτος», ενώ απαρίθμησε και μια σειρά εσωτερικών επιτυχιών της κυβέρνησής του, όπως οι φορολογικές μειώσεις και η αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική, πριν στραφεί στο ζήτημα της εκλογικής ασφάλειας.
Ο πρόεδρος ισχυρίστηκε ότι αποχαρακτηρίζει πληροφορίες που δείχνουν πως η Κίνα απέκτησε παράνομα στοιχεία από 220 εκατομμύρια αμερικανικούς εκλογικούς φακέλους, συμπεριλαμβανομένων ονομάτων, διευθύνσεων και άλλων προσωπικών δεδομένων.
Υποστήριξε επίσης ότι στελέχη της αμερικανικής κοινότητας πληροφοριών απέκρυψαν σκόπιμα πληροφορίες σχετικά με την έκταση των κινεζικών δραστηριοτήτων.
Ωστόσο, μη απόρρητη έκθεση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, που δημοσιεύθηκε το 2021, κατέληγε ότι δεν υπήρχε καμία ένδειξη πως οποιοσδήποτε ξένος παράγοντας επιχείρησε ή κατάφερε να αλλοιώσει οποιαδήποτε τεχνική πτυχή των προεδρικών εκλογών του 2020, όπως τους εκλογικούς καταλόγους, τα ψηφοδέλτια, την καταμέτρηση ή τα τελικά αποτελέσματα.
Η συγκεκριμένη αξιολόγηση είχε πραγματοποιηθεί υπό την εποπτεία του τότε Διευθυντή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, Τζον Ράτκλιφ, ο οποίος σήμερα είναι επικεφαλής της CIA.
Η ίδια έκθεση διαπίστωνε ότι η Κίνα, ήδη από το 2008, συγκέντρωνε πληροφορίες για Αμερικανούς ψηφοφόρους, την κοινή γνώμη, τα πολιτικά κόμματα, τους υποψηφίους και κορυφαίους κυβερνητικούς αξιωματούχους, πιθανότατα με στόχο να προβλέπει τα εκλογικά αποτελέσματα.
Δύο πρόσωπα που γνωρίζουν την υπόθεση δήλωσαν ότι τα δεδομένα των ψηφοφόρων που είχε αποκτήσει η Κίνα δεν ήταν εμπιστευτικά, καθώς τέτοια αρχεία αγοράζονται συστηματικά από πολιτικούς συμβούλους και εταιρείες προεκλογικών εκστρατειών, ενώ δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για αλλοίωση της ψηφοφορίας.
Σύμφωνα με πηγές του Reuters, πριν από την ομιλία, ορισμένοι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου εξέφρασαν ανησυχία ότι η δημοσιοποίηση των πληροφοριών σχετικά με την Κίνα θα μπορούσε να δημιουργήσει παραπλανητικές εντυπώσεις.
Η σκληρή ρητορική του Τραμπ απέναντι στο Πεκίνο ενδέχεται επίσης να επηρεάσει τις σχέσεις των δύο χωρών, οι οποίες είχαν σταθεροποιηθεί μετά τον δαπανηρό εμπορικό πόλεμο της προηγούμενης χρονιάς. Ο Τραμπ ελπίζει να συναντηθεί με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ τον Σεπτέμβριο, με στόχο τη βελτίωση των εμπορικών σχέσεων.
Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών δεν απάντησε άμεσα σε αίτημα σχολιασμού. Πριν από την ομιλία, πάντως, ο εκπρόσωπος της κινεζικής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον, Λίου Τσανγκ, δήλωσε: «Η Κίνα ούτε έχει παρέμβει ούτε πρόκειται ποτέ να παρέμβει στις προεδρικές εκλογές των Ηνωμένων Πολιτειών.»
Ισχυρισμοί που επαναλαμβάνονται εδώ και χρόνια
Ο Τραμπ αμφισβητεί εδώ και χρόνια την αξιοπιστία των εκλογικών αποτελεσμάτων, υποστηρίζοντας χωρίς αποδείξεις ότι η ήττα του από τον Τζο Μπάιντεν το 2020 ήταν προϊόν νοθείας. Έχει επίσης επανειλημμένα ισχυριστεί ότι η επιστολική ψήφος ευνοεί τη νοθεία, ότι οι ηλεκτρονικές μηχανές ψηφοφορίας δεν είναι αξιόπιστες και ότι μεγάλος αριθμός μη πολιτών ψηφίζει παράνομα.
Ωστόσο, δεκάδες δικαστικές αποφάσεις και επανακαταμετρήσεις ψήφων δεν εντόπισαν στοιχεία εκτεταμένης νοθείας στις εκλογές του 2020.
Παρ' όλα αυτά, οι ισχυρισμοί του εξακολουθούν να βρίσκουν απήχηση στους υποστηρικτές του. Δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos τον Απρίλιο έδειξε ότι το 63% των Ρεπουμπλικανών πιστεύει πως οι εκλογές του 2020 «κλάπηκαν», ποσοστό που παραμένει σχεδόν αμετάβλητο τα τελευταία χρόνια, παρά την έλλειψη αποδείξεων.
Ο Τραμπ δήλωσε επίσης ότι η κυβέρνησή του εντόπισε περισσότερους από 275.000 μη πολίτες εγγεγραμμένους στους εκλογικούς καταλόγους σε τέσσερις πολιτείες, χωρίς όμως να διευκρινίσει πόσοι από αυτούς ψήφισαν πραγματικά.
Σε προηγούμενες περιπτώσεις, συστήματα επαλήθευσης της υπηκοότητας είχαν λανθασμένα χαρακτηρίσει πολιτογραφημένους Αμερικανούς πολίτες ως μη πολίτες, ενώ σχετικές μελέτες έχουν δείξει ότι η παράνομη ψήφος από μη πολίτες είναι εξαιρετικά σπάνια.
Τα έγγραφα δεν επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς
Παρότι ο Τραμπ υποστήριξε ότι τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα αποκαλύπτουν σοβαρά προβλήματα στην ασφάλεια των εκλογών, αρκετά από αυτά φαίνεται να τον διαψεύδουν:
- Έγγραφο της CIA, που συντάχθηκε τον προηγούμενο μήνα, αφορά τις εκλογές στη Βενεζουέλα και όχι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
- Άλλο έγγραφο αναφέρει ότι «εκτιμούμε πως τα συστήματα καταμέτρησης ψήφων θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να παραβιαστούν σε τέτοια κλίμακα ώστε να αλλοιωθεί το εκλογικό αποτέλεσμα».
- Τρίτο έγγραφο της CIA περιγράφει προσπάθειες Κινέζων κατασκόπων να συλλέξουν πληροφορίες για την προεκλογική εκστρατεία του Μπάιντεν, αλλά σημειώνει ότι το Πεκίνο «δεν σκοπεύει επί του παρόντος να παρέμβει μυστικά ώστε να επηρεάσει το αποτέλεσμα των εκλογών», αν και αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο αλλαγής στάσης στο μέλλον.
Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μαρκ Γουόρνερ, αντιπρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, χαρακτήρισε τους ισχυρισμούς του Τραμπ «εντελώς αβάσιμους», δηλώνοντας ότι όλες οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών συμφωνούν πως η Κίνα δεν επιχείρησε να αλλάξει ούτε μία ψήφο στις εκλογές του 2020.
Πολιτικές δυσκολίες
Παρότι ο Τραμπ περιέγραψε το αμερικανικό εκλογικό σύστημα ως ιδιαίτερα ευάλωτο, δεν παρουσίασε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι αλλοιώθηκε έστω και μία ψήφος στις εκλογές του 2020.
Δύο από τα τρία μεγάλα αμερικανικά τηλεοπτικά δίκτυα, καθώς και το CNN, επέλεξαν να μην μεταδώσουν την ομιλία από τα βασικά τους προγράμματα, μια ασυνήθιστη απόφαση που συνήθως λαμβάνεται μόνο όταν μια προεδρική παρέμβαση δεν θεωρείται ιδιαίτερης εθνικής σημασίας.
Ο Τραμπ κάλεσε εκ νέου τους Ρεπουμπλικανούς να προωθήσουν το νομοσχέδιο SAVE America Act, το οποίο προβλέπει υποχρεωτική επίδειξη ταυτότητας με φωτογραφία κατά την ψηφοφορία, απόδειξη αμερικανικής υπηκοότητας για την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους και σημαντικό περιορισμό της επιστολικής ψήφου. Οι Δημοκρατικοί και οργανώσεις για τα εκλογικά δικαιώματα υποστηρίζουν ότι το νομοσχέδιο αποσκοπεί στον περιορισμό της συμμετοχής νόμιμων ψηφοφόρων.
Το νομοσχέδιο έχει εγκριθεί αρκετές φορές από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, όπου οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν την πλειοψηφία, ωστόσο δεν συγκεντρώνει τις 60 ψήφους που απαιτούνται για να ξεπεράσει το φιλόμπαστερ των Δημοκρατικών στη Γερουσία.
Παράλληλα, ορισμένα κορυφαία στελέχη των Ρεπουμπλικανών έχουν παροτρύνει τον Τραμπ να επικεντρωθεί περισσότερο στα ζητήματα που απασχολούν την καθημερινότητα των Αμερικανών, όπως το αυξημένο κόστος ζωής, αντί να επανέρχεται διαρκώς στις εκλογές του 2020.
Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται μόλις τρεις επιπλέον έδρες για να αποκτήσουν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων των 435 μελών, ενώ η προσπάθειά τους να ανακτήσουν και τον έλεγχο της Γερουσίας θεωρείται δυσκολότερη, καθώς κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις διεξάγονται σε πολιτείες που παραδοσιακά ευνοούν τους Ρεπουμπλικανούς.





