Μια απειλή του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για την επιβολή συντριπτικών νέων κυρώσεων στο Ιράν προσκρούει σε ένα θεμελιώδες πρόβλημα: η Τεχεράνη ποντάρει στο ότι ο Τραμπ δεν θα κάνει το τελευταίο βήμα για να σπάσει το αδιέξοδο, δηλαδή να εφαρμόσει επιθετικά τις δευτερογενείς κυρώσεις εναντίον των χωρών που κρατούν την ιρανική οικονομία στη ζωή, με κυριότερες την Κίνα και την Ινδία.
Σύμφωνα με ανα΄λυση του Reuters, τα τελευταία μέτρα της Ουάσινγκτον, που ανακοινώθηκαν τη Δευτέρα, σηματοδοτούν μια νέα φάση στη σύγκρουση που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, μετατοπίζοντας το πεδίο της μάχης από τους πυραύλους και τις αεροπορικές επιδρομές στα πετρελαϊκά έσοδα του Ιράν, τις τράπεζες και τους εμπορικούς του εταίρους.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ έχει δηλώσει ότι η Ουάσινγκτον θα αποκόψει τις οικονομικές «γραμμές ζωής» που κρατούν όρθια την ιρανική οικονομία, ενώ ένας ναυτικός αποκλεισμός υπό την ηγεσία των ΗΠΑ περιορίζει τις εξαγωγές πετρελαίου της Τεχεράνης και την πρόσβασή της σε ξένο νόμισμα.
«Η κυβέρνηση Τραμπ ψάχνει με έναν τρόπο σχεδόν απελπισμένο να βρει μια διέξοδο από αυτή την κατάσταση», δήλωσε ο Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, πρώην Αμερικανός διπλωμάτης και ανώτερος συνεργάτης του Carnegie Endowment.
Ο Μπέσεντ επικαλέστηκε τις αποβάσεις της D-Day το 1944 στη Γαλλία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όταν παρουσίασε τις κυρώσεις. Ο Μίλερ, όμως, σχολίασε: «Για μένα, αυτό δεν είναι D-Day. Είναι Desperation Day (Ημέρα Απελπισίας). Δεν νομίζω ότι η κυβέρνηση βρίσκεται πιο κοντά στο να βρει διέξοδο από αυτή την κατάσταση».
ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Ο Μάικλ Νάιτς, επικεφαλής έρευνας στη στρατηγική συμβουλευτική εταιρεία Horizon Engage με έδρα τη Νέα Υόρκη, εκτίμησε ότι ο ναυτικός αποκλεισμός ενδέχεται να αποδειχθεί σημαντικότερος από τις ίδιες τις κυρώσεις. Όπως είπε, η άμεση πρόκληση για το Ιράν δεν είναι πλέον πώς θα αντέξει την οικονομική πίεση, αλλά πώς θα καταφέρει να τη σπάσει.
Η Τεχεράνη έχει περάσει δεκαετίες προσαρμοζόμενη στις κυρώσεις και έχει αντέξει προηγούμενες εκστρατείες «μέγιστης πίεσης» χωρίς να αλλάξει τη συμπεριφορά της, σημείωσε. Η εντεινόμενη οικονομική πίεση, πρόσθεσε, μπορεί να ενισχύσει το κίνητρο του Ιράν να αυξήσει το κόστος της αντιπαράθεσης για τους αντιπάλους του, πιέζοντας τα κράτη του Κόλπου, και ιδιαίτερα τη Σαουδική Αραβία, να ωθήσουν την Ουάσινγκτον προς μια διπλωματική έξοδο.
Ο Νάιτς εκτίμησε ότι το Ιράν μπορεί να υιοθετήσει όλο και περισσότερο το μοντέλο που εφαρμόζουν οι σύμμαχοί του Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα: περιοδικές επιθέσεις, διαλείπουσες διαπραγματεύσεις και μια παρατεταμένη εκστρατεία αποσταθεροποίησης κάτω από το κατώφλι ενός ολοκληρωτικού πολέμου.
Στόχος θα μπορούσαν να είναι πλοία, λιμάνια, ενεργειακές υποδομές ή άλλες κρίσιμες υποδομές, ώστε η σύγκρουση να καταστεί ολοένα και πιο δαπανηρή για τα κράτη του Κόλπου και να τα ωθήσει να απαιτήσουν τον τερματισμό της.
Η Ουάσινγκτον απορρίπτει αυτή την εκτίμηση και υποστηρίζει ότι η ισορροπία ισχύος βρίσκεται υπέρ της.
«Η ιρανική οικονομία βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση και ο στρατός του καθεστώτος έχει αποδεκατιστεί», δήλωσε ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Τόμι Πίγκοτ, απαντώντας σε ερωτήσεις του Reuters για το συγκεκριμένο άρθρο. «Ο πρόεδρος Τραμπ κρατά όλα τα χαρτιά και αποκόπτουμε κάθε οικονομική γραμμή ζωής που έχει απομείνει στο καθεστώς».
ΟΙ ΙΡΑΝΟΙ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΙ ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΥΝ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΩΝ ΗΠΑ
Ο Άλαν Έιρ, πρώην Αμερικανός διπλωμάτης που είχε εργαστεί για ζητήματα του Ιράν, αμφισβήτησε το κατά πόσο η Ουάσινγκτον διαθέτει τη διεθνή υποστήριξη αλλά και τον απαραίτητο διοικητικό μηχανισμό για να καταστήσει αποτελεσματικές τις κυρώσεις.
Όπως είπε, σε αντίθεση με τη συντονισμένη πολυμερή εκστρατεία που είχε προηγηθεί της πυρηνικής συμφωνίας του 2015 μεταξύ της Τεχεράνης και των μεγάλων δυνάμεων, η οποία περιόρισε το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων, τα σημερινά μέτρα βασίζονται περισσότερο σε δημόσιες απειλές παρά σε μια παρατεταμένη διπλωματική προσπάθεια με συμμάχους και εμπορικούς εταίρους.
Ιρανοί αξιωματούχοι απορρίπτουν τη στρατηγική των ΗΠΑ ως επανάληψη μιας τακτικής που έχει ήδη αποτύχει. Ένας ανώτερος Ιρανός αξιωματούχος δήλωσε στο Reuters ότι χώρες όπως η Κίνα δεν πρόκειται να σταματήσουν να συνεργάζονται με το Ιράν απλώς και μόνο για να εξυπηρετήσουν τα αμερικανικά συμφέροντα.
Ορισμένοι πολιτικοί αναλυτές θεωρούν ότι η στρατηγική αντιμετωπίζει ένα ακόμη βαθύτερο πρόβλημα: από τη Βόρεια Κορέα έως τη Ρωσία και το ίδιο το Ιράν, οι κυρώσεις σπάνια έχουν οδηγήσει κυβερνήσεις να εγκαταλείψουν στόχους τους οποίους θεωρούν ζωτικής σημασίας για την επιβίωσή τους.
Ο ανώτερος Ιρανός αξιωματούχος δήλωσε ότι η Τεχεράνη εκτιμά πως ευρύτερος στόχος της Ουάσινγκτον είναι να τροφοδοτήσει τη δυσαρέσκεια στο εσωτερικό της χώρας, ελπίζοντας ότι η οικονομική δυσπραγία θα μετατραπεί τελικά σε πολιτική αναταραχή. Ωστόσο, υποστήριξε ότι η εκστρατεία «μέγιστης πίεσης» απέτυχε κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ και θα αποτύχει ξανά.
«Αν αυξηθεί η πίεση, θα αλλάξει και η προσέγγιση του Ιράν», είπε, προσθέτοντας ότι οι αραβικές χώρες του Κόλπου κατανοούν πως η περαιτέρω πίεση προς την Τεχεράνη μπορεί να τις εκθέσει σε ακόμη μεγαλύτερους κινδύνους.
Η ΑΠΕΙΛΗ ΝΕΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΝΑΤΑΡΑΧΩΝ
Για την ιρανική ηγεσία, η μεγαλύτερη απειλή ίσως δεν είναι η ίδια η οικονομική οδύνη, αλλά ο κίνδυνος η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης να μετατραπεί και πάλι σε μαζικές διαδηλώσεις, σύμφωνα με ανθρώπους που γνωρίζουν την κατάσταση και έναν Ιρανό αξιωματούχο.
Ο ετήσιος πληθωρισμός έφτασε το 66% τον Ιούλιο, ενώ οι τιμές καταναλωτή ήταν 87,9% υψηλότερες σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, σύμφωνα με το Ιρανικό Στατιστικό Κέντρο. Οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά 128% σε ετήσια βάση.
Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν αναγνώρισε την περασμένη εβδομάδα το μέγεθος της πίεσης, δηλώνοντας: «Τα προβλήματά μας έχουν πολλαπλασιαστεί αρκετές φορές, ενώ τα έσοδά μας έχουν επίσης μειωθεί».
Οι οικονομικές δυσκολίες έχουν επανειλημμένα πυροδοτήσει πανεθνικές διαδηλώσεις τα τελευταία χρόνια. Τον Ιανουάριο, διαδηλώσεις για την οικονομική κατάσταση καταπνίγηκαν από τους Φρουρούς της Επανάστασης και την παραστρατιωτική πολιτοφυλακή Μπασίτζ, με χιλιάδες νεκρούς.
Ο διορισμός αυτόν τον μήνα του Χοσεΐν Ταέμπ, ενός από τους βασικούς αρχιτέκτονες προηγούμενων επιχειρήσεων καταστολής, στην ηγεσία των Μπασίτζ αποτέλεσε μία από τις σαφέστερες ενδείξεις μέχρι σήμερα ότι η ηγεσία ανησυχεί για την αναζωπύρωση των κοινωνικών αναταραχών, σύμφωνα με πρώην μεταρρυθμιστή αξιωματούχο.
Οι Μπασίτζ, μια παραστρατιωτική δύναμη που συνδέεται με τους Φρουρούς της Επανάστασης, έχουν χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα από τους κληρικούς ηγέτες του Ιράν για την καταστολή διαδηλώσεων.
Εδώ βρίσκεται και το παράδοξο στον πυρήνα της αμερικανικής στρατηγικής: οι κυρώσεις μπορεί να επιδεινώσουν την οικονομική κατάσταση του Ιράν χωρίς να αναγκάσουν την ηγεσία του να αλλάξει πορεία. Ιστορικά, η ιρανική ηγεσία έχει απαντήσει στην εσωτερική αναταραχή με καταστολή και στην εξωτερική πίεση με απειλές και αντίποινα εκτός συνόρων.
«ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ»
Για τα κράτη του Κόλπου, η εξίσωση είναι ιδιαίτερα δύσκολη.
Προτιμούν την οικονομική και διπλωματική πίεση από έναν ακόμη γύρο πολέμου, αλλά φοβούνται ένα αποτέλεσμα που θα επέτρεπε στο Ιράν να κηρύξει τη νίκη, διατηρώντας παράλληλα την ικανότητα να διαταράσσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, έναν ζωτικής σημασίας διάδρομο για την παγκόσμια τροφοδοσία με πετρέλαιο, τον οποίο η Τεχεράνη έχει ουσιαστικά αποκλείσει, οδηγώντας τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου υψηλότερα.
Ο Αμπντουλαζίζ Σάγκερ, πρόεδρος του Gulf Research Center με έδρα τη Σαουδική Αραβία, δήλωσε ότι οι κυβερνήσεις του Κόλπου δεν πείθονται πως οι κυρώσεις από μόνες τους μπορούν να αλλάξουν γρήγορα τη συμπεριφορά του Ιράν, δεδομένης της ανθεκτικότητας της ηγεσίας του και της ικανότητάς της να διατηρεί τον εσωτερικό έλεγχο.
Μια σημαντική πολιτική αλλαγή ή η κατάρρευση της θεοκρατικής ηγεσίας του Ιράν, εκτίμησε, δεν είναι πιθανό να έρθει σύντομα.
Το αποτέλεσμα είναι ένα επικίνδυνο αδιέξοδο, εάν οι διαπραγματεύσεις υπό διαμεσολάβηση δεν οδηγήσουν σε μια σημαντική εξέλιξη.
Η Ουάσινγκτον θέλει το Ιράν να εγκαταλείψει το πλεονέκτημα που διαθέτει στα Στενά του Ορμούζ, χωρίς όμως να παραχωρήσει στην Τεχεράνη ρόλο στη διαχείριση της θαλάσσιας οδού.
Το Ιράν θέλει να αρθεί ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός χωρίς να εμφανιστεί ότι παραδίδεται.
Και τα κράτη του Κόλπου θέλουν να περιοριστεί η σύγκρουση, χωρίς όμως να επιτρέψουν στο Ιράν να αναδειχθεί σε νικητή.





