• Γ.Δ.ΓΕΝ. ΔΕΙΚΤΗΣ0,000%
  • S&P 5000,000%
  • Nasdaq0,000%
  • FTSE 1000,000%
  • Nikkei 2250,000%
  • DAX0,000%
  • CAC 400,000%
  • €/$
  • €/£
  • BTC
Reuters: Η εκστρατεία Τραμπ κατά του Ιράν θυμίζει τους «πολέμους χωρίς τέλος» μετά την 11η Σεπτεμβρίου
11:24 - 10 Σεπ 2026

Reuters: Η εκστρατεία Τραμπ κατά του Ιράν θυμίζει τους «πολέμους χωρίς τέλος» μετά την 11η Σεπτεμβρίου

Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε προεκλογική εκστρατεία για μια δεύτερη θητεία στο Λευκό Οίκο, υποσχόταν ότι θα είναι ένας «πρόεδρος της ειρήνης», ο οποίος θα έβαζε τέλος στους πολέμους στο εξωτερικό και δε θα ξεκινούσε νέους.

Όπως επισημαίνει όμως το Reuters, τώρα, ένα τέταρτο του αιώνα μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, οι οποίες πυροδότησαν τον παγκόσμιο αμερικανικό «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», έχει εμπλακεί σε μια μη δημοφιλή σύγκρουση που ο ίδιος προκάλεσε και η οποία, σύμφωνα με αναλυτές, κινδυνεύει να εξελιχθεί στη δική του εκδοχή ενός «πολέμου χωρίς τέλος».

Με την επέτειο της 11ης Σεπτεμβρίου να πλησιάζει, ο πόλεμος του Τραμπ κατά του Ιράν προκαλεί συγκρίσεις στους κύκλους της εξωτερικής πολιτικής με τις μακροχρόνιες και διχαστικές συγκρούσεις στο Αφγανιστάν και το Ιράκ που προηγήθηκαν. Παράλληλα, εγείρονται ερωτήματα για το εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες απέτυχαν και πάλι να αξιοποιήσουν τα διδάγματα των προηγούμενων συγκρούσεων ή να προετοιμάσουν μια σαφή στρατηγική εξόδου.

«Ο Τραμπ παραβίασε έναν σημαντικό περιορισμό που είχε διαμορφωθεί στην Ουάσινγκτον μετά το Ιράκ και το Αφγανιστάν, ο οποίος λειτουργούσε ως ανάχωμα στην έναρξη ενός ακόμη μεγάλου και χωρίς σαφές τέλος πολέμου στη Μέση Ανατολή», δήλωσε ο Σίνα Τουσί του Κέντρου Διεθνούς Πολιτικής, μιας δεξαμενής σκέψης στην Ουάσινγκτον. «Αυτό θα μπορούσε να αφήσει στο διάδοχό του μια παγιωμένη αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ιράν».

Από την πλευρά τους, αξιωματούχοι της κυβέρνησης έχουν δηλώσει ότι ο πόλεμος κατά του Ιράν δεν έχει καμία σχέση με τις παρατεταμένες πολεμικές επιχειρήσεις μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέτρεψαν εχθρικές κυβερνήσεις, ανέπτυξαν χιλιάδες χερσαία στρατεύματα που κατέλαβαν και διατήρησαν εδάφη, υπέστησαν και προκάλεσαν πολύ περισσότερες απώλειες και δυσκολεύτηκαν να εγκαθιδρύσουν διακυβέρνηση δυτικού τύπου.

Ωστόσο όπως τονίζεται, αυτή τη φορά, οι Ηνωμένες Πολιτείες βασίζονται κυρίως στην αεροπορική και ναυτική ισχύ, επιχειρήσεις που έχουν προκαλέσει στρατιωτικές και οικονομικές ζημιές στο Ιράν, αλλά δεν το έχουν νικήσει, ούτε έχουν ωθήσει τους Ιρανούς να ανατρέψουν τους ηγέτες τους, όπως αρχικά τους προέτρεπε ο Τραμπ.

Αντίθετα μάλιστα, μετά από έξι μήνες πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν βυθιστεί σε μια μάχη φθοράς, η οποία διακόπτεται από εξάρσεις εχθροπραξιών – όπως καταδεικνύει η ανταλλαγή επιθέσεων αυτής της εβδομάδας με στόχο πετρελαιοφόρα – ενώ ο Τραμπ επιχειρεί να σφίξει τον οικονομικό κλοιό γύρω από την Τεχεράνη.

Αναλυτές προειδοποιούν ότι η σύγκρουση είναι πιθανό να συνεχιστεί πολύ μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, όταν η αντίθεση των ψηφοφόρων στον πόλεμο θα μπορούσε να απειλήσει τις πιθανότητες του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος του Τραμπ να διατηρήσει τον έλεγχο του Κογκρέσου.

Και, όπως ακριβώς συνέβη και με τις προηγούμενες συγκρούσεις, δεν διαφαίνεται κάποια προφανής έξοδος, την ώρα που το οικονομικό κόστος επιβαρύνει τους Αμερικανούς καταναλωτές.

Σε αυτό το πλαίσιο, σημειώνεται ότι η διατάραξη από το Ιράν των αποστολών πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ έχει οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές βενζίνης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο πόλεμος έχει αποδυναμώσει τα ποσοστά αποδοχής του Τραμπ και έχει υπονομεύσει τη διεθνή θέση της Ουάσινγκτον, κάτι που είχε επίσης αποτελέσει συνέπεια των πολέμων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.

Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Άννα Κέλι δήλωσε ότι μόνο ο Τραμπ «είχε το θάρρος» να αντιμετωπίσει το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα, ότι είχε πετύχει όλους τους στόχους του και ότι η ιρανική οικονομία παραλύει από την εντατικοποίηση των κυρώσεων και τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό.

Διδάγματα που αγνοήθηκαν;

Αναλυτές υποστηρίζουν ότι ο Τραμπ απέτυχε να λάβει υπόψη τα βασικά διδάγματα της περιόδου μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η οποία ξεκίνησε όταν μαχητές της Αλ Κάιντα έριξαν αεροπλάνα πάνω στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου στη Νέα Υόρκη και στο Πεντάγωνο έξω από την Ουάσινγκτον, σκοτώνοντας σχεδόν 3.000 ανθρώπους.

Όπως σημειώνει το Reuters, σε αυτά περιλαμβάνονται το υψηλό πολιτικό κόστος των παρατεταμένων πολέμων και οι κίνδυνοι που δημιουργεί ένας παγιωμένος αντίπαλος ο οποίος μάχεται για την επιβίωσή του.

Οι επιθέσεις οδήγησαν σε δεκαετίες συγκρούσεων, αρχής γενομένης από την εισβολή στο Αφγανιστάν, όπου κρύβονταν οι ηγέτες της Αλ Κάιντα, και ακολούθησε η εισβολή στο Ιράκ το 2003, η οποία βασίστηκε σε πληροφορίες που αποδείχθηκαν εσφαλμένες, σύμφωνα με τις οποίες η χώρα ανέπτυσσε όπλα μαζικής καταστροφής.

Οι δύο πόλεμοι που ξεκίνησε ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους επιβάρυναν υπέρμετρα τον αμερικανικό στρατό και αποσταθεροποίησαν τη Μέση Ανατολή.

Η αντίδραση της αμερικανικής κοινής γνώμης που ακολούθησε συνέβαλε στην άνοδο του Τραμπ πριν από μία δεκαετία, ενώ το 2024 κέρδισε δεύτερη θητεία στο Λευκό Οίκο, υποσχόμενος να αποφύγει τις στρατιωτικές περιπέτειες και να επικεντρωθεί στις οικονομικές ανησυχίες των Αμερικανών.

Ωστόσο, όπως ακριβώς η κυβέρνηση Μπους είχε υποτιμήσει τις εξεγέρσεις που θα αντιμετώπιζαν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, έτσι και ο Τραμπ και οι συνεργάτες του υπολόγισαν λανθασμένα την ανθεκτικότητα του Ιράν και την ικανότητά του να περιορίσει το ένα πέμπτο των παγκόσμιων αποστολών ενέργειας, σύμφωνα με αναλυτές.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η «Επιχείρηση Επική Οργή» του Τραμπ, η οποία ξεκίνησε μαζί με το Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου, δεν προκλήθηκε από ένα εθνικό τραύμα αντίστοιχο της 11ης Σεπτεμβρίου, αλλά χαρακτηρίστηκε από επικριτές ως «πόλεμος επιλογής».

Σε αυτό το φόντο, αρκετοί ειδικοί έχουν αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς του Τραμπ ότι το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης συνιστούσε άμεση απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το Ιράν ενδέχεται να ακολουθεί το παράδειγμα των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, οι οποίοι επέστρεψαν στην εξουσία πριν από πέντε χρόνια, μετά την χαοτική αποχώρηση των ΗΠΑ, δείχνοντας ότι ένας αποφασισμένος αντίπαλος μπορεί να αντέξει περισσότερο από την Ουάσινγκτον και την ανώτερη ισχύ πυρός της, ενώ η εσωτερική πίεση διαβρώνει την αποφασιστικότητά της.

Η σύγκρουση με το Ιράν ανέδειξε επίσης το κόστος της εμπλοκής σε έναν πόλεμο με λίγους συμμάχους στο πλευρό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Για την ιστορία, ο Μπους είχε εξασφαλίσει σημαντική διεθνή υποστήριξη πριν ξεκινήσει τις εκστρατείες του στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, αν και αυτή η στήριξη μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου.

Στον αντίποδα, ο Τραμπ επιτέθηκε στο Ιράν με ελάχιστη προηγούμενη διαβούλευση ή εξήγηση και έχει διαπιστώσει ότι οι Ευρωπαίοι και Ασιάτες ηγέτες αντιστέκονται ως επί το πλείστον στα αιτήματά του για βοήθεια.

Το γεγονός αυτό αποδίδεται μεταξύ άλλων στο ότι οι σχέσεις με τον Τραμπ ήταν ήδη τεταμένες λόγω της απειλής του να καταλάβει τη Γροιλανδία, στην αμφισβήτηση της χρησιμότητας του ΝΑΤΟ, στη μείωσης των προμηθειών όπλων προς την Ουκρανία, αλλά και στους ευρείας κλίμακας δασμούς που επέβαλε στους εμπορικούς εταίρους.

Υψηλό κόστος για τους συμμάχους

Όπως υπογραμμίζει το Reuters, η σύγκρουση έχει επίσης παρουσιάσει ομοιότητες με την εισβολή στο Ιράκ ως προς τη διάχυση της σύγκρουσης στην ευρύτερη περιοχή, η οποία φάνηκε να αιφνιδιάζει την Ουάσινγκτον, στην προκειμένη περίπτωση λόγω των αντιποίνων της Τεχεράνης εναντίον των συμμάχων των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο.

Καθώς οι γειτονικές χώρες του Ιράν επιδιώκουν αθόρυβα την αποκλιμάκωση μιας σύγκρουσης που ουδέποτε επιθυμούσαν, αξιωματούχος χώρας του Κόλπου εξέφρασε την ανησυχία ότι η κυβέρνηση μπορεί να επαναλαμβάνει ορισμένα από τα ίδια λάθη των πολέμων μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

«Ποια ήταν η (αμερικανική) στρατηγική εδώ;» διερωτήθηκε ο αξιωματούχος, μιλώντας υπό τον όρο της ανωνυμίας.

Ο Σαουδάραβας αναλυτής Αζίζ Αλγκατσιάν περιέγραψε «ένα αίσθημα περιορισμού και αδυναμίας στον Κόλπο σχετικά με τους πολέμους που διεξάγονται εξαιτίας των ιδιοτροπιών των Ηνωμένων Πολιτειών».

Ενώ οι πόλεμοι στο Ιράκ και το Αφγανιστάν ολοκληρώθηκαν ως μη δημοφιλείς συγκρούσεις, και οι δύο ξεκίνησαν με ισχυρή υποστήριξη στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αντιθέτως, ο πόλεμος του Τραμπ δεν είχε αντίστοιχη περίοδο «μήνα του μέλιτος» στην κοινή γνώμη.

Η πλειονότητα των Αμερικανών ήταν αντίθετη στον πόλεμο εξαρχής, ενώ ο Τραμπ έχει δεχθεί επικρίσεις ακόμη και από εξέχουσες προσωπικότητες που συνδέονται με το κίνημά του «Πρώτα η Αμερική».

Ο Τραμπ αρχικά περίμενε ότι θα επαναλάμβανε τη γρήγορη νίκη του από την επιδρομή της 3ης Ιανουαρίου, κατά την οποία συνελήφθη ο ηγέτης της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο.

Ωστόσο, η εκστρατεία κατά του Ιράν έχει εξελιχθεί σε μια εύθραυστη ισορροπία χωρίς ξεκάθαρο νικητή, η οποία δεν έχει επιτύχει τους περισσότερους από τους μεταβαλλόμενους στόχους του Τραμπ, μεταξύ των οποίων και τον τερματισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, ενώ έχει εξαντλήσει τα αποθέματα πυραύλων του Πενταγώνου.

Ωστόσο, ο Τραμπ δεν στερείται υποστηρικτών.

Ο Μαρκ Ντουμπόβιτς, επικεφαλής του Ιδρύματος για την Άμυνα των Δημοκρατιών, μιας δεξαμενής σκέψης στην Ουάσινγκτον που τάσσεται κατά του Ιράν, απέρριψε την άποψη ότι ο Τραμπ έχει οδηγήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε έναν πόλεμο χωρίς τέλος και επέμεινε ότι έχει σημειώσει επιτυχίες που τελικά θα οδηγήσουν στη νίκη.

«Είναι ένας πόλεμος 47 ετών που διεξάγει η Ισλαμική Δημοκρατία εναντίον της Αμερικής», δήλωσε ο Ντουμπόβιτς. «Και τώρα ανταποδώσαμε το χτύπημα».

Τελευταία τροποποίηση στις 10/09/2026 - 11:31