Σύμφωνα με ανακοίνωση της ιταλικής τράπεζας, η συνολική επίδραση της συμφωνίας στα κέρδη εκτιμάται μεταξύ 3 και 3,3 δισ. ευρώ. Παράλληλα, διευκρινίστηκε ότι η συναλλαγή δεν αναμένεται να επηρεάσει ούτε τις διανομές προς τους μετόχους ούτε τους στόχους κερδοφορίας που έχουν τεθεί για την περίοδο 2028-2030.
Η UniCredit ανέφερε ακόμη ότι η συμφωνία επιταχύνει την αναδιάρθρωση των δραστηριοτήτων της στη Ρωσία, δίνοντας έμφαση κυρίως στις διεθνείς πληρωμές που αφορούν πελάτες από δυτικές χώρες και πελάτες οι οποίοι δεν υπόκεινται σε κυρώσεις.
Η σχεδιαζόμενη πώληση θεωρείται μέχρι στιγμής η σημαντικότερη κίνηση της τράπεζας προς την αποχώρησή της από τη ρωσική αγορά. Η UniCredit αναζητά τρόπους απεμπλοκής από τη Ρωσία από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία πριν από περισσότερα από τέσσερα χρόνια. Παράλληλα, έχει δεχθεί πιέσεις από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να εγκαταλείψει τη χώρα, ενώ η διατήρηση της παρουσίας της εκεί αποτέλεσε εμπόδιο και στην αποτυχημένη προσπάθεια εξαγοράς της ιταλικής ανταγωνίστριας Banco BPM πριν από έναν χρόνο.
Ο διευθύνων σύμβουλος Αντρέα Ορσέλ είχε ξεκαθαρίσει στο παρελθόν ότι δεν προτίθεται να εγκαταλείψει τις ρωσικές δραστηριότητες της τράπεζας χωρίς να εξασφαλίσει μια «δίκαιη αποτίμηση».
Η συμφωνία προβλέπει τον διαχωρισμό μέρους της μονάδας AO Bank σε μια νέα εταιρική οντότητα που θα παραμείνει υπό τον πλήρη έλεγχο της UniCredit, ενώ το υπόλοιπο κομμάτι της δραστηριότητας θα πωληθεί. Η ολοκλήρωση της διαδικασίας αναμένεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2027, υπό την προϋπόθεση ότι θα δοθούν οι απαραίτητες εγκρίσεις από τις αρμόδιες ρυθμιστικές αρχές.
Παρά τον βραχυπρόθεσμο αρνητικό αντίκτυπο που θα έχει η συμφωνία κατά την υπογραφή της, η UniCredit εκτιμά ότι η συναλλαγή θα ενισχύσει τα κεφάλαιά της κατά περίπου 35 μονάδες βάσης σε καθαρή βάση.



