Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων, και συγκεκριμένα των 30ετών, έχουν εκτοξευθεί. Στις ΗΠΑ πλησιάζουν το 5%, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν ήδη υπερβεί αυτό το επίπεδο, φτάνοντας το 5,75% — νούμερο ρεκόρ από το 1998. Παρόμοια αύξηση σημειώθηκε και στην Ιαπωνία, με τις αποδόσεις των αντίστοιχων τίτλων να καταγράφουν ιστορικά υψηλά. Στην Αυστραλία, τα 10ετή ομόλογα κατέγραψαν υψηλό από τον Ιούλιο, ενώ στην Ευρωζώνη οι αποδόσεις μειώθηκαν ελαφρώς (περίπου κατά 1 μονάδα βάσης).
Οι αιτίες της πίεσης
Η ευρεία πώληση κρατικών τίτλων αποτυπώνει τον προβληματισμό των αγορών για τα υψηλά ελλείμματα και χρέη των κρατών, που ενδέχεται να προκαλέσουν περαιτέρω πληθωριστικές πιέσεις. Η χθεσινή (Τρίτη) «καταιγίδα» εταιρικών εκδόσεων και η αυξανόμενη ανησυχία για την ανεξαρτησία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) επιτείνουν το κλίμα ανασφάλειας.
Ο Άντριου Τάισχερστ, αναλυτής της Nomura στο Σίδνεϊ, επισημαίνει πως «το πρόβλημα του δημοσιονομικού ελλείμματος και του χρέους δεν επιλύεται εύκολα», προσθέτοντας ότι πλέον οι πιο απότομες αποδόσεις στα ομόλογα είναι το «νέο φυσιολογικό».
Ο παγκόσμιος δείκτης αποδόσεων ομολόγων του Bloomberg σημείωσε χθες πτώση 0,4%, η μεγαλύτερη ημερήσια απώλεια από τις 6 Ιουνίου. Αν και ο δείκτης παραμένει θετικός συνολικά για το έτος, η πρόσφατη υποχώρηση αναδεικνύει τη συνεχιζόμενη ανησυχία γύρω από την κατοχή κρατικού χρέους μακροχρόνιας διάρκειας.
Παράλληλα, ο δείκτης του Bloomberg που καταγράφει τις αποδόσεις στη λήξη για κρατικά ομόλογα διάρκειας 10 ετών και άνω, έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2009.
Η συνεχιζόμενη άνοδος στις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων έχει αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον για στρατηγικές τύπου steepener, οι οποίες ποντάρουν στη διεύρυνση της διαφοράς αποδόσεων μεταξύ βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων ομολόγων. Πρόκειται για επενδυτική προσέγγιση που αποδίδει όταν η καμπύλη αποδόσεων γίνεται πιο απότομη.
Υπάρχουν και πρόσφατα παραδείγματα. Στη Νέα Ζηλανδία, η καμπύλη αποδόσεων έγινε πιο απότομη μετά από μείωση επιτοκίων από την Κεντρική Τράπεζα, συνοδευόμενη από ήπιο τόνο. Κάτι ανάλογο συνέβη και στην Ινδονησία, όπου επίσης μειώθηκαν τα επιτόκια απροσδόκητα.
Αναλυτές του BlackRock Investment Institute, όπως ο Wei Li, παρατηρούν ότι η αύξηση των 30ετών αποδόσεων, σε συνδυασμό με τη μείωση των διετών, είναι ένα ασυνήθιστο φαινόμενο που αποτυπώνει την αυξημένη απαίτηση των επενδυτών για μεγαλύτερη αποζημίωση όταν διακρατούν μακροπρόθεσμα ομόλογα, λόγω της αυξημένης αβεβαιότητας.
Προτίμηση σε βραχυπρόθεσμα ομόλογα λόγω Fed
Καθώς αυξάνεται η πίεση προς τη Fed να μειώσει τα επιτόκια, οι επενδυτές στρέφονται προς τα πιο βραχυπρόθεσμα ομόλογα, που ανταποκρίνονται ταχύτερα σε αλλαγές της νομισματικής πολιτικής.
Το περιβάλλον στις διεθνείς αγορές ομολόγων χαρακτηρίζεται από μόνιμη αβεβαιότητα. Οι επενδυτές αντιλαμβάνονται ότι η «ασφάλεια» που παραδοσιακά συνδέεται με τα κρατικά ομόλογα δεν είναι πλέον δεδομένη, εξαιτίας του συνδυασμού αυξημένου χρέους, πληθωρισμού και ασαφούς κατεύθυνσης από τις κεντρικές τράπεζες. Οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν τους καθιερωμένους κανόνες της αγοράς.
Τα ελληνικά ομόλογα άντεξαν στις πιέσεις
Aνθεκτικά αποδείχθηκαν τα ελληνικά ομόλογα στις μεγάλες πιέσεις που παρατηρήθηκαν σήμερα στις μεγαλύτερες ευρωπαικές αγορές. Οι αποδόσεις των ομολόγων σε όλες σχεδόν τις αγορές κινήθηκαν ανοδικά υπό το βάρος μαζικών ρευστοποιήσεων. Είναι ενδεικτικό ότι ο δείκτης του Bloomberg για τις αποδόσεις των παγκόσμιων ομολόγων υποχώρησε κατά 0,4% χθες Τρίτη, η μεγαλύτερη ημερήσια απώλεια από τις 6 Ιουνίου. H απόδοση των Γαλλικών 10ετών ομολόγων έφθασσε σήμερα τo 3,57% και των Ιταλικών στο 3,66%. Mεγαλύτερη άνοδο σημειώνουν οι αποδόσεις των 30ετών τίτλων, με αυτή του Γαλλικού να διαμορφώνεται στο 4,47% και του Ιταλικού στο 4,64%. Αντιθέτως η απόδοση του Ελληνικού 10ετούς ομολόγου διατηρείται στο επίπεδο του 3,48%, σημειώνοντας μικρή άνοδο από τα χαμηλά του Αυγούστου (3,38%).
Στην εγχώρια δευτερογενή αγορά ομολόγων στο Ηλεκτρονικό Σύστημα Συναλλαγών της Τράπεζας της Ελλάδος (ΗΔΑΤ) καταγράφηκαν σήμερα συναλλαγές 103 εκατ. ευρώ εκ των οποίων μόνον τα 20 εκατ. ευρώ αφορούσαν σε εντολές αγοράς. Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου αναφοράς διαμορφώθηκε στο 3,48% έναντι 2,74% του αντίστοιχου γερμανικού τίτλου με αποτέλεσμα το περιθώριο να διαμορφωθεί στο 0,74%.






