Το βιβλίο προσφορών άγγιξε τα 36 δισ. ευρώ, γεγονός που καταδεικνύει την ισχυρή ζήτηση για ελληνικούς κρατικούς τίτλους, παρά το επιφυλακτικό διεθνές περιβάλλον.
Η συγκεκριμένη επανέκδοση δεν αποσκοπεί πρωτίστως στην άντληση επιπλέον ρευστότητας, αλλά στην περαιτέρω ενίσχυση της καμπύλης αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων και στη βελτίωση της λειτουργίας της δευτερογενούς αγοράς κρατικού χρέους.
Με την κίνηση αυτή, το Δημόσιο επιδιώκει να ενισχύσει τη ρευστότητα των υφιστάμενων τίτλων και να διατηρήσει ενεργή την παρουσία του στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.
Ανθεκτικότητα της ελληνικής αγοράς ομολόγων
Παρά το επιβαρυμένο περιβάλλον στην ευρωζώνη, όπου οι αγορές ομολόγων επηρεάζονται από την προοπτική αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής, η ελληνική αγορά εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που επικρατούν, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αναμένεται να εξετάσει την Πέμπτη 11 Ιουνίου αύξηση επιτοκίων κατά 0,25%, εξέλιξη που ασκεί γενικευμένες πιέσεις στις αποδόσεις κρατικών τίτλων της ευρωζώνης.
Ωστόσο, η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου στη δευτερογενή αγορά κινείται στο 3,77%, με το spread έναντι του αντίστοιχου γερμανικού τίτλου να διαμορφώνεται στις 0,78 ποσοστιαίες μονάδες, δεδομένης της απόδοσης 3,07% του γερμανικού 10ετούς.
Χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης χρέους
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού δημόσιου χρέους παραμένει από τα χαμηλότερα στην ευρωζώνη.
Το 2025 διαμορφώθηκε στο 2,18%, ελαφρώς μειωμένο από το 2,27% το 2024. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στη μακρά μέση διάρκεια του ελληνικού χρέους και στην ιδιαίτερη δομή του, που περιορίζει τις άμεσες επιβαρύνσεις από τις μεταβολές των επιτοκίων.
Παράλληλα, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης στο τέλος Μαρτίου 2026 διαμορφώθηκε σε 1,38% σε ταμειακή βάση, συμπεριλαμβανομένων των swaps, ενώ αν συνυπολογιστούν τα swaps και οι αναβαλλόμενοι τόκοι των δανείων του EFSF, ανέρχεται σε 1,84%.



