Οι κατηγορούμενοι, δύο αδέλφια ψαράδες, οι οποίοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της ανθρωποκτονίας με δόλο κατά συναυτουργία, απουσίαζαν από τη δίκη λόγω κακοκαιρίας, σύμφωνα με την υπεράσπισή τους. Η κατηγορία, ωστόσο, υποστήριξε ότι η απουσία τους σχετίζεται με την δυσκολία τους να αντιμετωπίσουν τις αποκαλύψεις του μάρτυρα. Και οι δύο αρνούνται τις κατηγορίες.
Στην κατάθεσή του, ο κ. Ασμάνης περιέγραψε ότι βρισκόταν περίπου 150 μέτρα από το σημείο όπου είδε ένα κρις κραφτ και ένα καΐκι να διαπληκτίζονται έντονα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι επιβαίνοντες στο καΐκι χτύπησαν τον Σήφη Βαλυράκη με κοντάρι, με αποτέλεσμα ο πρώην υπουργός να πέσει στη θάλασσα και οι δύο ψαράδες να απομακρυνθούν άμεσα.
Ο μάρτυρας ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα είχε πάει στην παραλία για να παρατηρήσει αν δύτες αλίευαν παράνομα αγγούρια της θάλασσας, πολύτιμα αλιεύματα που κοστίζουν χιλιάδες ευρώ. Περιέγραψε με λεπτομέρεια τη διαδρομή του, τον χρόνο (11:15-11:30), τη θέση που κάθισε για να παρατηρεί και τον ήχο της μηχανής του καΐκι από την Αγία Τριάδα προς το Νησί των Ονείρων, όπου σημειώθηκε ο διαπληκτισμός.
Στην συνέχεια, αποκάλυψε ότι μετά το επεισόδιο, ο κουνιάδος του Σήφη Βαλυράκη τον πλησίασε για να μάθει τι είχε δει. Ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι δεν αποκάλυψε λεπτομέρειες από φόβο και έλλειψη εμπιστοσύνης, λέγοντας μόνο «τον χτυπήσανε τον άνθρωπο, τον φάγανε».
Ερωτηθείς γιατί δεν κατέθεσε αμέσως στις αρχές, ο κ. Ασμάνης δήλωσε ότι δεν είχε εμπιστοσύνη, καθώς στο παρελθόν είχε αντιμετωπίσει προειδοποιήσεις και απειλές από στελέχη του Λιμεναρχείου, ενώ ανέφερε ότι του είχαν δείξει ακόμα και χρήματα λέγοντάς του «αρκεί να πεις ότι το έκανε η οικογένεια».
Η δίκη συνεχίζεται, ενώ η Ολομέλεια του Δικαστηρίου αναμένεται να εξετάσει περαιτέρω καταθέσεις και στοιχεία για την ανθρωποκτονία που συγκλόνισε την τοπική κοινωνία.



